• Νάγια Ρουπίνα

Άρθρο 312 ΠΚ: Σωματική βλάβη αδυνάμων ατόμων

📝 Άρθρο της Νάγιας Ρουπίνα, προπτυχιακής φοιτήτριας Νομικής ΕΚΠΑ


Αδιαμφισβήτητα, θεμελιώδη σκοπό του δημοκρατικού κράτους δικαίου και κατ’ επέκταση του νομικού πολιτισμού αποτελεί η προστασία των αδυνάμων. Προς αυτήν την κατεύθυνση προσανατολίζεται και το άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο τυποποιεί τη σωματική βλάβη των αδυνάμων ατόμων και καλύπτει την ποινική απαξία κρίσιμων κοινωνικών ζητημάτων όπως της ενδοοικογενειακής βίας και της εργασιακής παρενόχλησης (mobbing).


Η διάταξη αυτή υπάγεται στο δεύτερο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα στα εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας, στα οποία -όπως είναι πρόδηλο- ως προστατευόμενα έννομα αγαθά κρίνονται η σωματική ακεραιότητα και η υγεία. Με την τελευταία τροποποίηση του ΠΚ (Ν. 4637/2019) τιμωρούνται άπασες οι πράξεις σωματικής βλάβης κατά των αδυνάμων προσώπων και απειλούνται αυξημένες ποινές για όλες τις μορφές της (απλή, επικίνδυνη, βαριά, θανατηφόρα).


Η προσβολή του εννόμου αγαθού πραγματώνεται με την πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του θύματος (έγκλημα αποτελέσματος). Αφενός, η σωματική κάκωση συνίσταται στη βλαπτική για την υγεία εξωτερική επενέργεια στο σώμα, στην ανθυγιεινή κακομεταχείριση, της οποίας συνηθέστατο αλλά όχι απαραίτητο σύμπτωμα είναι ο πόνος [1](πχ μώλωπες, εκδορές, οιδήματα). Κατά την κρατούσα γνώμη, (Χωραφάς, Γάφος, Μπουρόπουλος) στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται κάθε ανάρμοστη κακομεταχείριση η οποία επηρεάζει τη σωματική ακεραιότητα και την εξωτερική εμφάνιση του ατόμου. Ωστόσο, υπό τούτο το ερμηνευτικό πρίσμα παραγνωρίζονται ως περιπτώσεις σωματικής βλάβης παραδείγματα εξύβρισης, όπως το αναγκαστικό κούρεμα. Εξ αυτού του λόγου, για τον περιορισμό της αοριστίας διευκρινίζεται πως δεν αρκεί απλή μεταβολή της εξωτερικής εμφάνισης αλλά απαιτείται προσβολή και διατάραξη της ομαλής λειτουργίας του οργανισμού.


Αφετέρου, στο περιεχόμενο του όρου βλάβη της υγείας εντάσσεται η πρόκληση ή επίταση μιας παθολογικής κατάστασης, η οποία πρέπει να μην είναι στιγμιαία ή παροδική και να επιβάλλει μια διαδικασία θεραπείας είτε με ιατρική περίθαλψη είτε με τις φυσικές δυνάμεις του οργανισμού.[2] Έτσι, εδώ υπάγονται ασθένειες, αιμορραγίες, κατάγματα, δηλητηριάσεις, μολύνσεις, βαριά μέθη, ψυχικές και πνευματικές διαταραχές (π.χ. λιποθυμία, κλονισμός, πρόκληση ισχυρού τρόμου).[3]


Σύμφωνα με την παράγραφο 4, με τη βαριά σωματική βλάβη εξομοιούται και η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση. Η κρατούσα γνώμη υποστηρίζει πως μεθοδευμένη κρίνεται η προετοιμασμένη και προγραμματισμένη πρόκληση σωματικού πόνου με επαναλαμβανόμενες και χρονικά διαρκείς πράξεις. Αυτή η συμπεριφορά του δράστη μπορεί να οδηγήσει σε σωματική κατάπτωση, εξασθένιση κι αδυναμία, ενώ στο πλαίσιο της ψυχικής βλάβης συνηθέστατες είναι οι περιπτώσεις της κατάθλιψης και μανιοκατάθλιψης. Τέλος, η παρατεταμένη απομόνωση παρουσιάζεται ως ενδεικτικός τρόπος τέλεσης των άνωθεν βλαβών («ιδίως»).


Υλικό αντικείμενο του εγκλήματος είναι ανήλικο πρόσωπο (που δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του) ή πρόσωπο ανίκανο να υπερασπίσει τον εαυτό του (ανεξαρτήτως ηλικίας).


Ιδιαίτερη ερμηνεία απαιτεί η έννοια του ανίκανου για αυτοϋπεράσπιση προσώπου. Η ανικανότητα για αυτοϋπεράσπιση μπορεί να κρίνεται ως πλήρης, όταν το θύμα δεν μπορεί να αντιδράσει και να προστατεύσει τον εαυτό του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του ναρκωμένου, του κατάκοιτου, του δεμένου, του παράλυτου, του αναίσθητου κτλ. Ωστόσο, αρκεί και μερική αδυναμία, όταν η άμυνα αποβαίνει αλυσιτελής, όπως στην κατάσταση μιας αδύναμης εγκύου, ενός λεπτεπίλεπτου νέου ή κάποιου φρεσκοχειρουργημένου. Η δυνατότητα φυγής δεν θεωρείται τρόπος υπερασπίσεως, συνεπώς δεν στερεί από το θύμα τον χαρακτηρισμό του ως ανίκανου αυτοϋπεράσπισης.


Σύμφωνα με τη νομολογία, η αδυναμία του ανυπεράσπιστου ατόμου είναι προφανώς φυσική και όχι ηθική ή ψυχική, καθώς συνδέεται με την « ιδιοσυστατική μειονεξία του»[4]. Δεν λογίζεται έτσι ανυπεράσπιστος εκείνος, ο οποίος, μολονότι θα μπορούσε να αντιδράσει, δεν αντιδρά φοβούμενος τις πιθανολογούμενες δυσμενείς επιπτώσεις της αντίδρασής του.


Κατά την αντίθετη άποψη, ( Ν. Ανδρουλάκης, Λ. Μαργαρίτης, Γ. Μπέκας, Α. Μπουρόπουλος) ανίκανο θεωρείται το θύμα και όταν σωματικά δύναται να αμυνθεί αλλά δεν τολμά, ακριβώς επειδή φοβάται τις συνέπειες της άμυνάς του.


Ως παράδειγμα αναφέρεται στην επιστημονική βιβλιογραφία η περίπτωση του ρωμαλέου μεν, αλλά πάμπτωχου και πολύτεκνου εργάτη, ο οποίος δέχεται να τον χτυπάει ο γέρος εργοδότης του και δεν διανοείται καν να αμυνθεί από τον φόβο της βέβαιης απόλυσης του.


Αφενός, η νομολογιακή θέση, βάσει της οποίας αποκλείεται η ψυχική ή ηθική αδυναμία ως ικανή να καταστήσει ανυπεράσπιστο ένα πρόσωπο, σκοπεί ενδεχομένως στην αποτροπή της υπερβολικής διεύρυνσης του πεδίου εφαρμογής της διάταξης, με την απόδοση του χαρακτηρισμού «ανυπεράσπιστο πρόσωπο» στους σωματικώς μόνο ανίκανους, καθώς μάλιστα πρόκειται για όρο με ιδιαιτέρως βαρύνουσα σημασία.


Αφετέρου όμως, μήπως κάποιος εργαζόμενος, πλήρως εξαρτημένος οικονομικά από τον εργοδότη του θα μπορούσε να θεωρηθεί έστω και μερικώς ανυπεράσπιστος απέναντι στην εργασιακή παρενόχληση που υφίσταται από αυτόν, όντας έτσι ,επί της ουσίας, «δέσμιός» του;


Όπως προκύπτει και από τα ανωτέρω παραδείγματα, δεν αρκεί η ανηλικότητα ή η αδυναμία του προσώπου να υπερασπιστεί τον εαυτό του για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, αλλά προϋποτίθεται η ύπαρξη μιας εξουσιαστικής σχέσης μεταξύ του δράστη και του παθόντος, από την οποία απορρέει η ιδιότητα του υλικού αντικειμένου αλλά και ο χαρακτηρισμός του εγκλήματος ως μη γνήσιου ιδιαιτέρου.


Η ύπαρξη εξουσιαστικής θέσης προσδίδει ιδιαίτερη απαξία στο έγκλημα, καθώς καθιστά ευκολότερη την πρόσβαση του δράστη στο περιβάλλον του θύματος και δυσχερέστερη την αποκάλυψη της πράξης του, ακριβώς επειδή έχει αναλάβει την προστασία του παθόντος και οι λοιποί κοινωνοί τον εμπιστεύονται. Συνεπώς, αυτός ,με τη χειριστική συμπεριφορά του, καταχράται όχι μόνο την εμπιστοσύνη τους αλλά και την εξουσία που έχει επί του ασθενέστερου θύματος.


Χαρακτηριστική περίπτωση εξουσιαστικής σχέσης υφίσταται στους κόλπους της οικογένειας. Εξ ου και το άρθρο 312 ποινικοποιεί την ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, υπό την έννοια της προκλήσεως από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας. Συγκεκριμένα, τιμωρείται ο ή η σύζυγος όταν η πράξη τελείται κατά του άλλου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, όπως και ο ή η σύντροφος όταν χειροδικεί εναντίον του ή της συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης. Αν μάλιστα τα ανωτέρω θύματα εγκυμονούν μπορεί να επιταθεί η ποινή (επιβαρυντική περίσταση).[5] Το εν λόγω έγκλημα πραγματώνει και όποιος έχει αναλάβει την επιμέλεια του θύματος βάσει νόμου, δικαστικής απόφασης ή πραγματικής κατάστασης, ήτοι οι γονείς, ο επίτροπος ή ο δικαστικός συμπαραστάτης.[6] Οι τελευταίοι, μολονότι υποχρεούνται να καλλιεργούν με υπευθυνότητα και κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητα του ανηλίκου ή του ανυπεράσπιστου και να μεριμνούν για τη σωματική και ψυχική του υγεία, αντιθέτως πληγώνουν ανεπανόρθωτα τα ευάλωτα αυτά πρόσωπα βιαιοπραγώντας εις βάρος τους. Κι οι πληγές αυτές δεν είναι μόνο σωματικές, αλλά κυρίως ψυχικές, αφού τα παιδιά δέχονται βία από τα κατεξοχήν πρόσωπα που οφείλουν να τους προφυλάσσουν από αυτήν. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, ο νομοθέτης την ψυχική φόρτιση των ανηλίκων και των ανυπεράσπιστων, εξομοιώνει τη σωματική βλάβη εις βάρος τους, με τη σωματική βλάβη ενώπιόν τους [7].


Σε παρόμοιο πλαίσιο, παρουσιάζεται η εξουσιαστική σχέση της προστασίας, βάσει νόμου, πραγματικής κατάστασης ή δικαστικής απόφασης, στην οποία o θύτης αναλαμβάνει να προσέχει τα ανήλικα ή ανυπεράσπιστα άτομα (λ.χ. baby-sitter).


Μια ακόμη σχέση είναι αυτή της συγκατοίκησης, όπου ο θύτης είναι υπεύθυνος για το σπίτι (π.χ οικοδεσπότης, οικονόμος) και το θύμα κατοικεί στο σπίτι για οποιοδήποτε λόγο. Απλή φιλοξενία δεν αρκεί.[8]


Επόμενη κι ιδιαιτέρως σημαντική είναι η εξουσιαστική σχέση στο πλαίσιο της εργασίας, από την οποία συχνά απορρέει το φαινόμενο της εργασιακής παρενόχλησης (mobbing) από τον εργοδότη ή τον διευθυντή. Αναλυτικότερα, ο αποκαλούμενος «τοξικός ηγέτης» ( ή «μικρός Χίτλερ»), εκμεταλλευόμενος τη θέση του, παρενοχλεί ηθικά τους εργαζομένους ασκώντας τους ψυχολογική βία με συκοφαντίες, προσβολές και περιφρόνηση, στοχεύοντας στην ταπείνωση, την απομόνωση κι εν τέλει την απομάκρυνση τους από την εργασία.


Τέλος, αναφορά γίνεται στη σχέση υπηρεσίας, η οποία συνήθως υπάγεται στη σχέση εργασίας, εκτός κι αν προσφέρεται χωρίς αμοιβή. Χαρακτηριστικά παραδείγματα θεωρούνται αυτά του οικιακού βοηθού, του καθαριστή, του κηπουρού και του οδηγού.

Οι ποινές που επιβάλλονται στους δράστες είναι οι κάτωθι: φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους για απλή σωματική βλάβη, τουλάχιστον δύο έτη για επικίνδυνη σωματική βλάβη, τουλάχιστον τρία έτη για βαριά σωματική βλάβη και κάθειρξη αν κριθεί σκοπούμενη, και κάθειρξη για τη θανατηφόρα σωματική βλάβη.

Ως επιστέγασμα της ανάλυσης, η διάταξη 312 του Ποινικού Κώδικα, εμπλουτισμένη με τις αλλαγές που επέφερε η νομοθετική μεταβολή, συνιστά μια ασπίδα προστασίας για την καταδίκη ειδεχθών εγκληματικών συμπεριφορών που στηρίζονται στη ζωώδη τάση του ανθρώπου για επιβολή επί του ασθενεστέρου.



Βιβλιογραφία

Βιβλία

Καραγιαννόπουλος Β. Ά. (2019), Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Αθήνα

Παύλου Κ. Σ., Μπέκας Γ. (2000), Ποινικό Δίκαιο ΙΙΙ, εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας, περιουσίας και ζωής, Αθήνα


Νομολογία

Άρειος Πάγος, απόφαση 1372/2007


Επιστημονικά άρθρα

Καζολέας Γ. (2021) Ηθική παρενόχληση και τραμπουκισμός στο χώρο εργασίας (mobbing) υπό το πρίσμα του άρθρου 312 του νέου Ποινικού Κώδικα, Αθήνα


[1] Ν. Ανδρουλάκης, όπ.π., σελ. 132 [2] Ν. Ανδρουλάκης, όπ.π., σελ.126 [3] Ν. Ανδρουλάκης, όπ.π., σελ.127 [4] ΑΠ 1372/2007, ΠΧρ 2008, σ.416 [5] ΠΚ 312, παρ.2 [6] Η σχέση επιμέλειας ορίζεται στο Αστικό Δίκαιο. [7] ΠΚ 312,παρ.3


799 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων