top of page
  • Ιωάννης Καραμιτσάνης

Αποκλεισμός εταίρου στην ΟΕ και ΕΕ

Το σκεπτικό της διάταξης 263 ν. 4072/2012 για τον αποκλεισμό εταίρου και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.


📝 Άρθρο του Ιωάννη Καραμιτσάνη, προπτυχιακού φοιτητή της Νομικής ΕΚΠΑ


Ο αποκλεισμός εταίρου από τις προσωπικές εταιρίες είναι ένα κομβικό ζήτημα του εταιρικού δικαίου. Ο αποκλεισμός του εταίρου ρυθμίζεται στο άρθρο 263 ν. 4072/2012. Στο άρθρο αυτό γίνεται παραπομπή στην περίπτωση δ’ της παρ. 1 του άρθρου 259. Από τον συνδυασμό των δύο άρθρων προκύπτει το συμπέρασμα ότι, αν συντρέχει στο πρόσωπο κάποιου εταίρου ένα περιστατικό, που θα ήταν ικανό ύστερα από κρίση του δικαστηρίου να προκαλέσει τη λύση της εταιρίας, δηλαδή σπουδαίος λόγος που επιβάλλει τη λύση, είναι δυνατόν το δικαστήριο, αντί να αποφασίσει τη λύση της εταιρίας, να αποκλείσει τον εταίρο που προκάλεσε το πρόβλημα. Η  εφαρμογή του άρθρου 263, προϋποθέτει   να προηγηθεί αίτηση των υπολοίπων εταίρων. Σημειώνεται ότι για θέματα που δεν καλύπτονται από το ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου  263 εφαρμόζεται συμπληρωματικά η διάταξη 771 ΑΚ, που πλέον όμως έχει αντίκρισμα μόνον ως προς τη συνέπεια συνέχισης της εταιρίας με τους λοιπούς εταίρους.[1] Επίσης, το άρθρο 263 ρυθμίζει τόσο αυτούσιο τον αποκλεισμό εταίρου από την εταιρία, όσο και την περίπτωση που η αίτηση αποκλεισμού συντρέχει με αίτηση λύσης της εταιρίας.


Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην αποτροπή της διάλυσης της επιχείρησης, όταν προκύψει κάποιο σοβαρό πρόβλημα στις εσωτερικές σχέσεις της εταιρίας. Το άρθρο 263 προσφέρεται λοιπόν ως μια ενναλακτική στις ρυθμίσεις για τη λύση της εταιρίας και αποτελεί ένα ηπιότερο μέτρο, για να εξομαλυνθεί η δυσμενής κατάσταση που έχει προκύψει ανάμεσα στα μέλη της εταιρίας. Χαρακτηριστικά η νομολογία επισημαίνει ότι η εν λόγω διάταξη έχει θεσπισθεί για την προστασία των εταίρων και τη συνέχιση της εταιρίας.[2] 


Άμεση συνάρτηση με τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 263 έχει ο ενδοτικός  της χαρακτήρας. Επειδή ακριβώς θεσπίσθηκε για την προάσπιση ιδιωτικών συμφερόντων ο αποκλεισμός του εταίρου δεν επηρεάζει καίρια τα συμφέροντα τρίτων. Συνεπώς οι εταίροι έχουν δικαίωμα με το καταστατικό να ρυθμίζουν κατά βούληση το θέμα του αποκλεισμού, παρεκκλίνοντας από το άρθρο 263.  Είναι νόμιμη δηλαδή διαφορετική καταστατική πρόβλεψη τόσο ως προς τους λόγους αποκλεισμού όσο και ως προς τη διαδικασία. Μπορούν ακόμα και να καθιερώσουν λόγο αποκλεισμού γεγονός που αντικειμενικά δεν συνιστά σπουδαίο λόγο. Όλες οι παραπάνω συμβατικές δυνατότητες  προϋποθέτουν ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη  δεν προσκρούει στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων ΑΚ 178, 179 και 281, που επιβάλουν  αναγκαστικό δίκαιο. Ωστόσο υποστηρίζεται στη θεωρία, ότι οι εταίροι μπορούν να θεσπίζουν απόλυτους λόγους για να διασφαλίσουν τον αποκλεισμό του εταίρου, όταν επέλθουν συγκεκριμένα γεγονότα, οπότε  είναι σπάνιο οι σχετικές ρυθμίσεις  να αντίκεινται στα χρηστά ή  συναλλακτικά ήθη.[3]


Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 263 είναι συγκεκριμένες. Πρωτίστως απαιτείται η ύπαρξη εταιρίας, ΟΕ ή ΕΕ, ανεξάρτητα από το αν είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται και στις  εταιρίες που δεν έχουν δημοσιευθεί, αλλά έχει αρχίσει η εμπορική τους δραστηριότητα,[4] διότι αρκεί η ύπαρξή τους ως προς τις εσωτερικές σχέσεις καθώς και στις μη καταχωρηθείσες εταιρίες του άρθρου 251 ν. 4072/2012.[5] Ειδική περίπτωση αποτελούν οι διμελείς εταιρίες. Η εφαρμογή του άρθρου 263 σε αυτές τις εταιρίες έχει απασχολήσει τη νομολογία και τη θεωρία, στις οποίες έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις. Ορθότερη είναι η άποψη ότι το άρθρο 263 εφαρμόζεται και στις διμελείς εταιρίες. Συγκεκριμένα  υποστηρίζεται ότι ο αποκλεισμός εταίρου είναι δυνατός, εφόσον ο σπουδαίος λόγος που καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της εταιρίας με τον αιτούντα αφορά το πρόσωπο του καθ΄ού η αίτηση.[6] Η κρατούσα νομολογία τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ αυτής της απόψεως. Επιβάλλεται ωστόσο μέσα στο τετράμηνο που ακολουθεί την απόφαση του αποκλεισμού, ο εναπομείνας  εταίρος να μπορέσει να συνεχίσει την εταιρία με νέο εταίρο. Όπως τονίζεται και σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου[7] η εν λόγω υποχρέωση δεν προκύπτει από το άρθρο 263, αλλά από το άρθρο 267 για τις μονοπρόσωπες προσωπικές εταιρίες.[8]  Στη νομολογία όμως έχει διατυπωθεί και μια άλλη θέση που βασίζεται στη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 263 και αποκλείει την εφαρμογή του στις διμελείς εταιρίες, με το επιχείρημα ότι είναι προϋπόθεση η ύπαρξη περισσοτέρων εταίρων που αιτούνται τον αποκλεισμό. Το σχετικό χωρίο του άρθρου είναι επί λέξει «ύστερα από αίτηση των λοιπών εταίρων».[9] Η κρατούσα σήμερα άποψη υποστηρίζει ότι το άρθρο 263 δεν έχει εφαρμογή στις εταιρίες που βρίσκονται στο στάδιο της εκκαθάρισης.[10]


Δεύτερη προϋπόθεση είναι ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Ο σπουδαίος λόγος δεν αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 263, αλλά προκύπτει από την παραπομπή  στο άρθρο 259. Το άρθρο 263 χαρακτηρίζει ως λόγο αποκλεισμού εταίρου ένα γεγονός που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη δικαστική λύση της εταιρίας εξαιτίας σπουδαίου λόγου που συνδέεται με τον αποκλειόμενο εταίρο. Το περιστατικό, δηλαδή, πρέπει να κλονίζει τη σχέση των εταίρων με αυτόν που τον βαραίνει ο σπουδαίος λόγος, καθιστώντας την εταιρική συμβίωση αδύνατη. Η σχέση του σπουδαίου λόγου με το πρόσωπο του αποκλειόμενου εταίρου πρέπει να είναι πρόδηλη και σαφής. Σύμφωνα με τον νόμο δεν απαιτείται υπαιτιότητα για την ύπαρξη του σπουδαίου λόγου.[11]


Ο σπουδαίος λόγος αποτελεί αόριστη νομική έννοια που  ελέγχεται από τον  Άρειο  Πάγο. Η θεωρία και η νομολογία δέχονται ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος ως προϋπόθεση για τον αποκλεισμό εταίρου όταν με βάση τις αρχές τις καλής πίστης, των χρηστών ηθών και την εκτίμηση όλων των ειδικότερων περιστάσεων, υπάρχουν περιστατικά, τα οποία, αντικειμενικά εκτιμώμενα, καθιστούν μη ανεκτή για τους λοιπούς εταίρους τη συνέχιση της εταιρίας με τον εταίρο του οποίου ζητείται ο αποκλεισμός. Για να αποδειχθεί ότι η συνεργασία των εταίρων με τον υπό αποκλεισμό εταίρο καθίσταται μη ανεκτή, πρέπει η αθέτηση των υποχρεώσεων εκ μέρους του δευτέρου να είναι ιδιαίτερα βαρύνουσα. Σε σημείο μάλιστα που να κλονίζεται η εμπιστοσύνη των υπολοίπων στο πρόσωπό του, η συνεργασία τους να δυσχεραίνεται και να μην εκπληρώνεται με επάρκεια ο εταιρικός σκοπός.[12] Επιπρόσθετα δεν απαιτείται ο επικαλούμενος λόγος να έχει ήδη προκαλέσει προβλήματα στην εταιρία. Αρκεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον σπουδαίο λόγο να είναι ικανά να προκαλέσουν ανωμαλίες στην εταιρία. ο σπουδαίος λόγος πρέπει να είναι μόνιμος και όχι προσωρινός.  Το παραπάνω επιβεβαιώνεται και από πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου.[13]


Ένα ακόμη σημείο, που ερευνάται για την εφαρμογή του άρθρου 263 σχετικό με τον σπουδαίο λόγο, είναι η δυνατότητα συνέχισης της εταιρίας, αφού ο σπουδαίος λόγος εξαλειφθεί. Δεν αρκεί μόνο η βούληση για βιωσιμότητα της εταιρίας, αλλά απαιτείται πραγματική δυνατότητα. Πρέπει δηλαδή όχι μόνο ο αποκλεισμός να άρει τον σπουδαίο λόγο, αλλά και οι εταίροι να θέλουν να συνεχίσουν την εταιρία. Αν από την άλλη, η βιωσιμότητα της εταιρίας δεν είναι εξασφαλισμένη, ακόμα κι αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, η αίτηση αποκλεισμού του εταίρου θα απορριφθεί ως μη νόμιμη. Για την εκτίμηση αυτού του τελευταίου στοιχείου, ο δικαστής λαμβάνει υπ΄ όψιν όλα τα δεδομένα που αφορούν την εταιρική παρουσία του εταίρου, όπως το ποσό της εισφοράς του ή τη σημασία των ειδών που έχει εισφέρει.[14]


Σύμφωνα με τη νομολογία περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο είναι η κακή πορεία των εταιρικών υποθέσεων και η έλλειψη κερδών, η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, η έλλειψη συνεργασίας, οι διαρκείς διαφωνίες, το μίσος μεταξύ των εταίρων, η διακοπή ή η διατάραξη των προσωπικών σχέσεων μεταξύ των εταίρων, όταν αυτή παρουσιάζει σοβαρό και εξακολουθητικό χαρακτήρα και πάντα σε συνάρτηση με αποχρώντες οικονομικούς λόγους που έχουν ως επακόλουθο είτε την παράλυση της λειτουργίας της, είτε την αδυναμία της εκπλήρωσης του σκοπού της.[15]


Στο πλαίσιο δικαστικής εκτίμησης της αίτησης αποκλεισμού, προτού ο δικαστής εξετάσει τη συνδρομή του σπουδαίου λόγου πρέπει να ελέγξει την τυχόν προβληθείσα ένσταση για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος. Διότι, αν το δικαίωμα αποκλεισμού εταίρου ασκείται καταχρηστικά, δεν μπορεί να υπάρχει σπουδαίος λόγος που να το δικαιολογεί.[16] Οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου επιβεβαιώνουν το παραπάνω.[17] Επίσης κρίσιμο στοιχείο στην εξέταση της καταχρηστικότητας είναι κατά πόσον ο σπουδαίος λόγος αφορά μόνο το πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου ή βαραίνει και εταίρους που υποβάλλουν την αίτηση. Κατά την κρατούσα άποψη, ο σπουδαίος λόγος πρέπει να συνδέεται με τον υπό αποκλεισμό εταίρο. Αν συμβαίνει το αντίθετο, τότε η αίτηση απορρίπτεται ως καταχρηστική.  Αφού εξετασθεί η καταχρηστικότητα, συνυπολογίζονται οι επικρατούσες στην εταιρία συνθήκες για τη διάγνωση του συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου.


Αξιοσημείωτο είναι ότι με βάση την υποχρέωση πίστης που φέρουν οι εταίροι μεταξύ τους, το μέτρο του αποκλεισμού εταίρου λογίζεται ως έσχατο. Λαμβάνεται, δηλαδή, όταν δεν υπάρχει άλλος τρόπος επίλυσης του αδιεξόδου. Οι ηπιότεροι όμως τρόποι επίλυσης του προβλήματος πρέπει να προταθούν από τον υπό αποκλεισμό εταίρο με τις προτάσεις του ή με δικόγραφο ανταίτησης.[18] Τέλος η υποχρέωση πίστης των εταίρων στις μεταξύ τους σχέσεις τους επιβάλλει πριν από την υποβολή της αίτησης, να καλείται εκείνος ο εταίρος κατά του οποίου στρέφεται, σε μια προσπάθεια συμβιβασμού.[19]


Ο αποκλεισμός εταίρου επέρχεται μετά από υποβολή στο δικαστήριο αίτησης αποκλεισμού από όλους τους υπολοίπους εταίρους της εταιρίας. Η αίτηση αποκλεισμού, που στρέφεται κατά του προσώπου το οποίο αφορά ο σπουδαίος λόγος, εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να υφίσταται  στο πρόσωπο του υπό αποκλεισμό εταίρου τόσο κατά την υποβολή της αίτησης, όσο και κατά την τελευταία επί της ουσίας συζήτηση της αίτησης αποκλεισμού του από την εταιρία.[20]

 


Παραπομπές


[1] ΑΠ 473/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσσαλ 170/2021 ΝΟΜΟΣ

[2] Ρόκας Νικόλος, Εμπορικές Εταιρίες, εκδ. Σάκκουλα, 2019. σελ. 153, ΑΠ 37/2019 ΝΟΜΟΣ

[3] Μαστροκώστας Χ., Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών-Ερμηνεία κατ΄ άρθρον, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 504-508

[4] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 508.

[5] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 508.

[6] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 509.

[7] ΑΠ 671/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 37/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 473/2012 ΝΟΜΟΣ

[8] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 507-510

[9] ΕφΘες 28/2017 ΝΟΜΟΣ

[10] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 524, ΕφΘες 1901/2018 ΝΟΜΟΣ

[11] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 510-511

[12] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 512

[13] ΑΠ 207/2019 ΝΟΜΟΣ

[14] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 514-515

[15] ΑΠ 473, 207, 37/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 4613/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕΘεσ 1575/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕΔωδ 191/2020 ΝΟΜΟΣ

[16] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 513-516

[17] ΑΠ 207/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1388/2015 ΝΟΜΟΣ 

[18] Μαστροκώστας, όπ. ανωτ. σελ. 514

[19] Σουφλερός Ηλίας, Η Ετερόρρυθμη Εταιρία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2003. αρ. 342

[20] ΑΡ 473/2019 ΝΟΜΟΣ



Βιβλιογραφία

Μαστροκώστας Χ., Δίκαιο Προσωπικών Εταιριών-Ερμηνεία κατ΄ άρθρον, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017

Ρόκας Νικόλαος, Εμπορικές Εταιρίες, εκδ. Σάκκουλα, 2019


Σουφλερός Ηλίας, Η Ετερόρρυθμη Εταιρία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2003

68 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων
Post: Blog2_Post
bottom of page