• Παρασκευάς Παναγιωτόπουλος

Δάνεια με ρήτρα ελβετικού φράγκου : η θηλιά στο λαιμό 70.000 νοικοκυριών.

📝Άρθρο του Παρασκευά Παναγιωτόπουλου, προπτυχιακού φοιτητή του τμήματος Νομικής του ΕΚΠΑ.


Την περίοδο μεταξύ 2006-2009 οι ελληνικές τράπεζες προώθησαν στην αγορά των στεγαστικών δανείων ορισμένα ελκυστικά πακέτα δανείων για τους πελάτες τους. Το δελεαστικό στοιχείο αυτών των δανείων εντοπιζόταν στην συμβατική ρήτρα ελβετικού φράγκου. Πιο συγκεκριμένα, τα εν λόγω δάνεια είναι δάνεια που θεωρητικά έχουν παρασχεθεί σε νόμισμα ελβετικού φράγκου, με αγορά ωστόσο του δανειακού ποσού από την τράπεζα, για λογαριασμό και στο όνομα του δανειολήπτη. Στην πράξη εντούτοις η καταβολή τους έγινε σε ευρώ, περιλαμβάνοντας στην σύμβαση ρήτρα αποπληρωμής του δανείου με βάση την ισοτιμία ευρώ- ελβετικού φράγκου την ημέρα καταβολής. [1]


Καταλυτικοί για να καταστούν οι συγκεκριμένες μορφές δανειοδότησης ελκυστικές ήταν δύο παράγοντες. Αφενός, το αρκετά χαμηλό διατραπεζικό επιτόκιο αναφοράς Libor σε σχέση με το υψηλότερο Euribor. Αρκετοί δανειολήπτες έσπευσαν να εκμεταλλευτούν αυτή τη «χρυσή ευκαιρία» θεωρώντας πως δεν θα χρειαζόταν να αποδώσουν τεράστια ποσά στα πιστωτικά ιδρύματα. Αφετέρου, η σταθερή ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου των προηγούμενων ετών, η οποία είχε σταθεροποιηθεί σχεδόν στο 1,50 ελβετικό φράγκο ανά ευρώ.


Όπως όμως αποδείχτηκε στην πράξη, η «φούσκα» των δανείων σε ελβετικό φράγκο έσκασε. Μετά την παγκόσμια οικονομική και τραπεζική κρίση, η οποία έπληξε σφόδρα την χώρα μας, εμφανίστηκε μια στροφή διεθνών και ευρωπαϊκών κεφαλαίων προς την ασφάλεια του χρυσού και του ελβετικού φράγκου. Οι επενδύσεις αυτές προκάλεσαν την ισχυροποίηση του φράγκου, με αποτέλεσμα η ισοτιμία του με το ευρώ να πέφτει σταθερά κάτω από το 1,20 φτάνοντας προσφάτως ακόμη και στο 1,07. Οι εξελίξεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα οι οφειλές των δανειοληπτών που εξακολουθούσαν να είναι συνεπείς στην αποπληρωμή τους[1] , αντί να μειώνονται, να αυξάνονται κατά σχεδόν 30%.


Η συγκεκριμένη ρήτρα συνιστά Γενικό Όρο των Συναλλαγών (στο εξής ΓΟΣ) . Οι ΓΟΣ είναι εκ των προτέρων διατυπωμένοι συμβατικοί όροι, οι οποίοι δεν αποτελούν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης αλλά έχουν διατυπωθεί γενικά και ενιαία από το ένα μέρος, συνήθως από το ισχυρότερο, προκειμένου να αποτελέσουν τυπικό και ομοιόμορφο περιεχόμενο μεγάλου αριθμού συμβάσεων.[2] Οι ΓΟΣ ρυθμίζονται με βάση τον ν.2251/1994 και ελέγχονται ως άκυροι και καταχρηστικοί. Βασική προϋπόθεση συνιστά η γνώση του καταναλωτή για το περιεχόμενο και τις συνέπειες εφαρμογής τους καθώς και η σαφήνεια των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.


Σημαντική παράμετρος κατά την εξέταση της καταχρηστικότητας των ΓΟΣ αποτελεί η σαφήνεια της διατύπωσης τους και η επακόλουθη κατανόηση της σημασίας τους. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, υπήρξαν αρκετά κενά ως προς την κατανόηση εκ μέρους των δανειοληπτών της πρακτικής σημασίας της συγκεκριμένης ρήτρας. Υπογράφοντας τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο μέσος δανειολήπτης αδυνατούσε να αντιληφθεί τους μηχανισμούς λειτουργίας της αγοράς συναλλάγματος μη έχοντας εξειδικευμένες γνώσεις. Επιπλέον καθίστατο δυσχερές για αρκετούς να υπολογίσουν τους μεταβλητούς κινδύνους της συγκεκριμένης επιλογής καθώς και τις επακόλουθες τελικές επιβαρύνσεις που θα τους οδηγούσαν στην αύξηση των χρεών τους, διαψεύδοντας τις εύλογες προσδοκίες τους για μείωση τους.


Στην ελληνική νομοθεσία, οι ΓΟΣ ρυθμίζονται όπως προαναφέρθηκε από τον νόμο 2251/1994 περί καταναλωτών. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα αποτέλεσε την ενσωμάτωση στην έννομη μας τάξη της Οδηγίας 93/13 της ΕΟΚ. Στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της Οδηγίας ορίζεται ότι «Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου[…]δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας» .


Με βάση τα ανωτέρω, μία συμβατική ρήτρα η οποία απηχεί σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αναγκαστικού δικαίου δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της Οδηγίας 93/13. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και η απόφαση του ΔΕΚ C-81/19, σύμφωνα με το διατακτικό της οποίας «Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι συμβατική ρήτρα που δεν αποτέλεσε το αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, πλην όμως απηχεί κανόνα ο οποίος, κατά το εθνικό δίκαιο, εφαρμόζεται μεταξύ των συμβαλλομένων εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί άλλως επί του συγκεκριμένου ζητήματος, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.»


Η σκέψη πάνω στην οποία στήριξε το Δικαστήριο την απόφαση του έγκειται στο γεγονός ότι θεμιτώς τεκμαίρεται πως ο εθνικός νομοθέτης έχει προβεί σε εξισορρόπηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών στην περίπτωση ορισμένων συμβάσεων. Επιπροσθέτως, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να ελέγξει το αν η οικεία ρήτρα απηχεί σε διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ήτοι διάταξη η οποία θα εφαρμοστεί μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών ανεξαρτήτως της επιλογής τους. Συνεπεία αυτών, απαγορεύεται να ελεγχθούν δηλωτικές ρήτρες, δηλαδή ρήτρες οι οποίες επαναλαμβάνουν διάταξη νόμου, καθότι ο έλεγχος καταχρηστικότητας έχει γίνει εκ των προτέρων από τον νομοθέτη.


Η νομοθετική διάταξη η οποία αντικατοπτρίζει στο ελληνικό δίκαιο κανονιστικά την ρήτρα ελβετικού φράγκου είναι το άρθρο 291 του Αστικού Κώδικα «Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής».. Η συγκεκριμένη διάταξη είναι κανόνας ενδοτικού δικαίου[3] Πέραν τούτου ωστόσο υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που θα πρέπει να μας απασχολήσει. Για να τύχει εφαρμογής, θα πρέπει να αφορά οφειλή σε ξένο νόμισμα. Στην περίπτωση των δανείων σε ελβετικό φράγκο ωστόσο, η οφειλή είναι κατ’ ουσία σε ευρώ και η αξία της καθορίζεται με βάση την ισοτιμία ευρώ-ελβετικού φράγκου χρεώνοντας τον λογαριασμό των δανειοληπτών σε ημεδαπό νόμισμα αφού έχει αρχικά γίνει λογιστική μεταφορά. Αποτέλεσμα αυτού είναι ο δανειολήπτης να μην λαμβάνει ποτέ χρήματα σε ελβετικό φράγκο αλλά σε ευρώ.


Απόφαση σταθμός για τα δάνεια με ρήτρες σε ελβετικό φράγκο ήταν η ΟλΑΠ 4/2019, μια απόφαση που δικαίωσε την πλευρά των τραπεζών. Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κλήθηκε να ερμηνεύσει το εάν οι ρήτρες ελβετικού φράγκου θα πρέπει να αποκλείονται από τον δικαστικό έλεγχο περί ακυρότητας. Αρχικά ο ΑΠ διευκρίνισε πως βάσει της Οδηγίας 93/13, συμβατικοί όροι που επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με διατάξεις μιας χώρας δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως ΓΟΣ, αφού με βάση την 13η σκέψη του Προοιμίου της Οδηγίας ,το περιεχόμενο του συμβατικού όρου θα ίσχυε ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν δεν υπήρχε ο επίμαχος όρος. Κύριος λόγος του συγκεκριμένου αποκλεισμού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες καθώς ο εθνικός νομοθέτης έχει ήδη προβεί σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και ως εκ τούτου δεν μπορεί αυτή να είναι καταχρηστική. Σε αντίθετη περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών ως καταχρηστικές θα σήμαινε έλεγχο σκοπιμότητας νόμου από τα δικαστήρια, γεγονός που αντίκειται στην διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Σ.)


Επιπρόσθετα, το δικαστήριο έκρινε πως στις δηλωτικές ρήτρες θα πρέπει να υπάγονται όχι μόνο οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου αλλά και του ενδοτικού. Η άποψη αυτή στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα 13η Σκέψη που δεν αναφέρεται ρητά μόνο σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, τονίζοντας πως η αναφορά του άρθρου 1 παράγραφος 2 της Οδηγίας "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" δεν συνιστά νομική ακριβολογία και θα πρέπει να νοηθεί ως «διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου» καθώς και στις τελευταίες έχουν γίνει οι αναγκαίες σταθμίσεις από τον νομοθέτη λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών .


Το πιο επίμαχο σκέλος της απόφασης, ωστόσο[2] , αφορούσε το αν εν τέλει οι δηλωτικοί όροι ρυθμίζονται στο ελληνικό δίκαιο. Η εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε με ειδική και ρητή διάταξη στον ν.2251/1994 που αποτέλεσε την ενσωμάτωση της Οδηγίας 93/13. Ωστόσο το δικαστήριο ερμηνεύοντας το άρθρο 6 παράγραφος 2 του ν.2251/1994 θεώρησε πως η ρύθμιση για τους δηλωτικούς όρους ενυπάρχει βάσει μια ερμηνείας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο. Έτσι δέχτηκε πως η ρήτρα ελβετικού φράγκου εξαιρείται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας των ΓΟΣ, βάζοντας τέλος στην ελπίδα χιλιάδων δανειοληπτών.


Αξιοσημείωτη εντούτοις ήταν και η άποψη της μειοψηφίας. Η μειοψηφία της Ολομέλειας έκρινε πως η εξαίρεση αυτή, η οποία δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό μας δίκαιο, δεν μπορεί ούτε ερμηνευτικά να θεωρηθεί ότι περιέχεται στην διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 2. Αιτιολόγηση της σκέψης αυτής συνιστά το γεγονός πως αν ο εθνικός νομοθέτης ήθελε να την μεταφέρει, θα το έπραττε με ρητή και ειδική διάταξη. Στην σκέψη αυτή συνηγορεί το γεγονός πως στο άρθρο 8 της Οδηγίας παρέχεται η εξουσιοδότηση στα κράτη να θεσπίσουν αυστηρότερες διατάξεις για να εξασφαλίζεται ο βασικός σκοπός της, δηλαδή η μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή. Κατά συνέπεια, αφού ο νομοθέτης παρέλειψε ηθελημένα την μεταφορά, η Οδηγία δεν μπορεί να παράξει άμεσο οριζόντιο αποτέλεσμα ούτε να γίνει σύμφωνη με αυτή ερμηνεία καθώς κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε τον σκοπό του νομοθέτη, ήτοι την μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή.


Υιοθετώντας το πνεύμα της μειοψηφικής άποψης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών αποφάσισε στην 1599/2020 ΠΠρΑθ να καταθέσει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ προκειμένου να κρίνει σχετικά με την εξαίρεση από τον έλεγχο καταχρηστικότητας. Πιο συγκεκριμένα, ζητήθηκε αρχικά να διευκρινιστεί αν με βάση την δυνατότητα να θεσπιστούν αυστηρότερες διατάξεις σε σχέση με αυτές της Οδηγίας, είναι σύμφωνη η παράλειψη της μεταφοράς της εξαίρεσης των δηλωτικών όρων απ’ τον έλεγχο των ΓΟΣ. Επιπλέον, τέθηκε το ερώτημα σχετικά με το αν, παρά την σαφή παράλειψη, εισήχθη έμμεσα η εξαίρεση του άρθρου 1 παράγραφος 2 της Οδηγίας μέσω του άρθρου 6 παράγραφος 2 του ν.2251/1994. Τέλος απηύθυνε ερώτημα για το αν καταλαμβάνεται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας των ΓΟΣ κατά τις διατάξεις της Οδηγίας μια ρήτρα σύμβασης που συνάφθηκε με πιστωτικό ίδρυμα, η οποία επαναλαμβάνει διάταξη ενδοτικού δικαίου ενός κράτους μέλους, εφόσον η ρήτρα δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης.


Η εν λόγω απόφαση έδωσε ξανά ελπίδα σε χιλιάδες δανειολήπτες σχετικά με την έκβαση της πορείας των δικών τους δανείων. Χιλιάδες νοικοκυριά είδαν μέσα σε λίγα χρόνια τις δανειακές τους συμβάσεις αφενός να αυξάνονται αντί να μειώνονται, παρά την πιθανή επίπτωση στην αποπληρωμή τους, κι αφετέρου δεν μπόρεσαν στις περισσότερες των περιπτώσεων να δικαιωθούν μέσω της δικαστικής οδού. Σε αυτή την δύσκολη συνθήκη, καλείται το ΔΕΕ να κρίνει τα ερωτήματα και να δώσει σαφή απάντηση σε αυτό το θολό, αναμφίβολα, ζήτημα.


[1] Ν.Ρόκας, Χ.Γκόρτσος, Α.Μικρουλέα, Χ.Λιβαδά, Στοιχείας Τραπεζικού Δικαίου, σελ. 576, Νομική Βιβλιοθήκη, 2016 [2] Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος,σελ. 18, Π.Ν.Σάκκουλας,2015 [3] Γεωργιάδης Α., Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος,σελ. 123, Π.Ν.Σάκκουλας,2015

τους, Φωτογραφία εξωφύλλου από: https://www.flash.gr/wp-content/uploads/2021/02/elv.jpg

,

105 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων