top of page
  • Ιωάννης Καραμιτσάνης

Δικαιώματα απορρέουν από τη σύμβασης ιατρικής αγωγής

📝 Άρθρο του Ιωάννη Καραμιτσάνη, προπτυχιακού φοιτητή της Νομικής ΕΚΠΑ


Το περιεχόμενο της σύμβασης ιατρικής αγωγής καθορίζεται κυρίως από τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, αφού δεν προβλέπεται ως ειδικός συμβατικός τύπος στον Αστικό Κώδικα. Η ερμηνεία της γίνεται με βάση τις διατάξεις 173 και 200 ΑΚ και την «αρχή της καλής πίστης» 288 ΑΚ. Όταν δεν προβλέπονται σε μία σύμβαση ιατρικής αγωγής ειδικά οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών, το περιεχόμενο της θεωρείται ότι είναι το σύνηθες για μία σύμβαση ιατρικής αγωγής.[1] Πλέον, στην ελληνική έννομη τάξη οι κυριότερες υποχρεώσεις του ιατρού, που παράλληλα αποτελούν και δικαιώματα του ασθενούς, προβλέπονται ρητώς κατά τρόπο μη εξαντλητικό από τον ΚΙΔ, μπορούν όμως να προβλεφθούν ειδικώς και στη σύμβαση. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η παραβίαση του ΚΙΔ επιφέρει πειθαρχικές κυρώσεις στον ιατρό και ως παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους του θεμελιώνει αστική ιατρική ευθύνη.[2] Από τη σύμβαση ιατρικής αγωγής προκύπτουν κυρίες και παρεπόμενες υποχρεώσεις του ιατρού, η παραβίαση των οποίων έχει ως αποτέλεσμα την ενδοσυμβατική του ευθύνη. Υπάρχει διχογνωμία για το ποιες είναι οι πρωτογενείς και ποιες οι δευτερογενείς υποχρεώσεις, ωστόσο  αυτό έχει περιορισμένη πρακτική σημασία, αφού η παραβίαση όλων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, την ενδοσυμβατική ευθύνη του ιατρού.[3]

 

Υποχρέωση παροχής ιατρικής φροντίδας και οργάνωσης του ιατρείου

 

Η πρώτη, κυριότερη και εν πολλοίς αυτονόητη υποχρέωση του ιατρού, που απορρέει από την σύμβαση ιατρικής αγωγής, είναι η παροχή ιατρικής φροντίδας. Η διενέργεια δηλαδή ιατρικών πράξεων με την τήρηση αυξημένης επιμέλειας, που έχουν ως στόχο την προστασία και την αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς. Ενδεικτικά τέτοιες πράξεις είναι η λήψη του ιστορικού του ασθενούς, η διάγνωση, η επιλογή και εφαρμογή της θεραπευτικής αγωγής που θα ακολουθήσει ο ασθενής, η λήψη μέτρων ιατρικής πρόληψης, η παρακολούθηση της θεραπείας, όλες οι ενέργειες στο μεταθεραπευτικό στάδιο και η προστασία της ψυχικής υγείας του ασθενούς.


Η σύμβαση ιατρικής αγωγής ενδέχεται να είναι και αποκλειστικά διαγνωστική, για παράδειγμα ένα καρδιογράφημα ή μια ακτινογραφία. Η διάγνωση είναι ένα από τα κρισιμότερα στάδια για τη θεραπεία ενός ασθενούς και πρέπει να συνοδεύεται από το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς για να είναι ευκρινέστερη η εικόνα της υγείας του.[4] Το επόμενο στάδιο που είναι η θεραπευτική αγωγή μπορεί να λάβει πολλές μορφές. Για παράδειγμα ενδέχεται να είναι φαρμακευτική αγωγή, χειρουργική επέμβαση ή οτιδήποτε άλλο θα απαλλάξει τον ασθενή από το πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει. Για τον κάθε ασθενή πρέπει να επιλέγεται η θεραπεία που θα ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και οδηγεί με τον πιο ανώδυνο τρόπο στην θεραπεία του. Συνήθως συνδυάζεται και με παρακολούθηση και στο στάδιο μετά τη θεραπευτική αγωγή.[5] 


Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει διαδεδομένος ο όρος προληπτική ιατρική. Ενδεικτικές πράξεις πρόληψης είναι ο εμβολιασμός και η παροχή ιατρικών συμβουλών από τον ιατρό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν εφαρμόζεται η ΑΚ 729, σχετικά με την ευθύνη εκείνου που έδωσε συμβουλή, γιατί η ιατρική συμβουλή αποτελεί μορφή παροχής ιατρικών υπηρεσιών και όχι απλή συμβουλή.[6] Το πιο χαρακτηριστικό και ισχυρό παράδειγμα προληπτικής ιατρικής είναι η διαδικασία εμβολιασμού που επιβλήθηκε από το κράτος στους πολίτες στη διάρκεια της πανδημίας του 2020-2023. 


Επίσης, στις ιατρικές πράξεις περιλαμβάνονται και οι προπαρασκευαστικές ενέργειες όπως η νάρκωση πριν από μια χειρουργική επέμβαση και όσα πράττει ο ασθενείς πριν από μια γαστροσκοπική εξέταση, που πρέπει να τηρεί κάποιες συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες.[7]


Επιπλέον, σύμφωνα με τη σύμβαση ιατρικής αγωγής η παροχή των ιατρικών υπηρεσιών γίνεται με βάση τις θεμελιώδεις αρχές και τους γενικά αποδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας, προσαρμοσμένες στο πρότυπο του μέσου συνετού ιατρού της ίδιας ειδικότητας (αρ. 2 , αρ. 3 και αρ. 10 ΚΙΔ).


Στα άρθρα 8-10 του ΚΙΔ εξειδικεύεται η υποχρέωση παροχής ιατρικής φροντίδας του ιατρού. Πιο αναλυτικά ο ιατρός οφείλει να σέβεται την ιδιωτικότητα και την αξιοπρέπεια του ασθενούς, να μην επεμβαίνει στην προσωπική και οικογενειακή του ζωή, εκτός αν του έχει επιτραπεί ή είναι αναγκαίο, να σέβεται τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές, ηθικές και πολιτικές του αντιλήψεις, να μην εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του, να μη συνάπτει ανάρμοστες προσωπικές σχέσεις μαζί του, να μην του ασκεί οικονομικές ή άλλες πιέσεις, να μην αποκαλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες για εκείνον και τέλος να μην του συστήνει εξετάσεις ή θεραπείες που δεν είναι προς το συμφέρον του.[8]


Τέλος, μία ειδικότερη έκφανση της υποχρέωσης παροχής ιατρικών υπηρεσιών αποτελεί η υποχρέωση για λειτουργική οργάνωση του ιατρείου. Οι παροχή ιατρικής φροντίδας πολλές φορές αποτελείται από διάφορες πολύπλοκες και σύνθετες ιατρικές πράξεις, που δεν εκτελούνται από έναν ιατρό αποκλειστικά, αλλά απαιτούν την συνεργασία περισσοτέρων ανθρώπων, όπως ιατρών και νοσηλευτών. Επομένως, ένας ιατρός οφείλει να έχει οργανωμένο το χώρο εργασίας του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να παρέχει υπηρεσίες υγείας σε υψηλό επίπεδο, όπως ακριβώς απαιτεί το ιατρικό λειτούργημα.  


Αυτή η υποχρέωση εξειδικεύεται σε τέσσερεις επιμέρους υποχρεώσεις. Πρώτα, τίθεται η υποχρέωση αξιολόγησης του εκάστοτε περιστατικού πριν ξεκινήσει η αντιμετώπισή του. Πριν από την ανάληψη της ιατρικής αγωγής ο ιατρός έχει υποχρέωση να ελέγξει, αν κατέχει επαρκείς ιατρικές γνώσεις πάνω σε μία συγκεκριμένη ειδικότητα και μπορεί να αντιμετωπίσει το περιστατικό, που έχει ενώπιον του. Δεύτερη είναι η υποχρέωση οργάνωσης του βοηθητικού προσωπικού του ιατρείου. Ένα ιατρείο, όπως προαναφέρθηκε, για να λειτουργήσει χρειάζεται την ύπαρξη προσώπων, που βοηθούν τον ιατρό στην προετοιμασία και την εκτέλεση των ιατρικών πράξεων. Τα πρόσωπα αυτά είναι, είτε άλλοι ιατροί, είτε νοσηλευτές και συνιστούν βοηθούς εκπλήρωσης κατά την έννοια του αρ. 334 ΑΚ. Ο ιατρός έχει την υποχρέωση, να εξασφαλίζει ότι αυτό το προσωπικό είναι ικανό να τον συνδράμει, να φροντίζει για τον ορθό καταμερισμό των εργασιών τους, την περιοδική τους επιμόρφωση, την καθοδήγηση, τον έλεγχο και την επίβλεψη τους. Σε κάθε περίπτωση ο ιατρός είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση της φροντίδας του ασθενούς. Τρίτον υφίσταται η υποχρέωση συντήρησης των ιατρικών μηχανημάτων. Ο κάθε ιατρός έχει οφείλει να φροντίζει να διατηρεί τα μηχανήματά του σε καλή κατάσταση, διότι αν προκληθεί βλάβη στην υγεία του ασθενούς, εξαιτίας της λειτουργίας του ιατρικού μηχανήματος φέρει εκείνος την ευθύνη. Τέλος συναντάται η υποχρέωση λήψης μέτρων υγιεινής. Ενδεικτικές υποχρεώσεις υγιεινής είναι οι υποχρεώσεις εμβολιασμού, αποστείρωσης των εργαλείων και καθαριότητας του ιατρείου.[9]

 

Υποχρέωση ενημέρωσης και συναίνεσης του ασθενούς 

 

Μια ακόμα πολύ σημαντική υποχρέωση του ιατρού, η οποία  απορρέει από τη σύμβαση ιατρικής αγωγής, είναι η ενημέρωση και λήψη συναίνεσης του ασθενούς. Στο πλαίσιο της ελευθερίας της βούλησης του ατόμου και του αυτοκαθορισμού της προσωπικότητάς του, ο ιατρός οφείλει να ενεργεί μόνο κατόπιν αδείας του ασθενούς. Για να μπορεί όμως ο τελευταίος να συναινέσει στη διενέργεια ιατρικών πράξεων πρέπει προηγουμένως να έχει ενημερωθεί από τον ειδικό για την κατάσταση της υγείας του, την προτεινόμενη θεραπεία, τις συνέπειες εφαρμογής της και τους ενδεχόμενους κινδύνους. Συνεπώς, η ενημέρωση και η συναίνεση του ασθενούς αποτελούν κομβικό και θεμελιώδες ζήτημα του ιατρικού δικαίου, με πολλές ιδιαιτερότητες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι σε πολλά ιατρικά περιστατικά και οι δύο αυτές υποχρεώσεις είναι δυσχερές  ή αδύνατον να εκπληρωθούν.


Η υποχρέωση ενημέρωσης και συναίνεσης του ασθενούς εκτός από βασική συμβατική υποχρέωση του ιατρού, αποτελεί αυτοτελή νομική υποχρέωση του τελευταίου. Η σημαντικότερη νομική βάση για το δικαίωμα του ασθενούς να ενημερώνεται και να εγκρίνει κάθε ιατρική πράξη που θα διενεργηθεί σε αυτόν είναι το Σύνταγμα. Η εν λόγω υποχρέωση έχει ως έρεισμα το δικαίωμα στην ελευθερία για  ανάπτυξη της προσωπικότητάς και στο σεβασμό της ανθρώπινης αξίας (αρ. 2 και 5 Σύνταγμα). Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 5 του Συντάγματος, που προβλέπει ειδικά το ατομικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας. Η ελεύθερη ανάπτυξη προσωπικότητας κατοχυρώνεται επίσης  στο άρθρο 57 ΑΚ. Η πρώτη φορά όμως που έγινε ρητή αναφορά στο δικαίωμα ενημέρωσης του ασθενούς στην ελληνική έννομη τάξη ήταν με το Ν.  2071 / 1992 άρθρο 47, σύμφωνα με  τον οποίο ο ασθενής είχε δικαίωμα να ενημερώνεται για κάθε ζήτημα που αφορούσε την υγεία του. Η σύμβαση του Οβιέδο[10] του 1997 προβλέπει την ενημέρωση και τη συναίνεση του ασθενούς, όπως ακριβώς  το άρθρο 11 του ΚΙΔ.[11]


Όπως πραναφέρθηκε,  η υποχρέωση ενημέρωσης και συναίνεσης του ασθενούς απορρέει  άμεσα από τη σύμβαση ιατρικής αγωγής.[12] Υπάρχει διχογνωμία ως προς το χαρακτηρισμό της ως πρωτογενούς ή δευτερογενούς υποχρέωσης, αλλά αυτό έχει μικρή πρακτική σημασία. Επειδή αν δεν τηρηθεί η εν λόγω υποχρέωση, η σύμβαση ιατρικής αγωγής εκπληρώνεται πλημμελώς και γεννάται υποχρέωση αποζημίωσης του ασθενούς από τον ιατρό. Επίσης, η υποχρέωση ενημέρωσης είναι αυτοτελής από την υποχρέωση παροχής ιατρικής φροντίδας.[13] Απόρροια του συμβατικού χαρακτήρα αυτής της υποχρέωσης είναι η δυνατότητα να συνάπτονται και επιμέρους συμβάσεις που να εξειδικεύουν την υποχρέωση ενημέρωσης και έγκρισης ως προς την έκτασή τους και του περιεχομένου τους.[14] 


Κάθε αυθαίρετη ιατρική πράξη σε κάποιον ασθενή είναι παράνομη, ακόμα κι αν έχει διενεργηθεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και έχει οδηγήσει στην θεραπεία του ασθενούς. Αυτό ισχύει διότι  παραβιάζεται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ασθενούς, δικαίωμα που συνιστά πτυχή της προσωπικότητας του και προστατεύεται από το Σύνταγμα (Σ αρ. 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 7 παρ. 2) και από τον ΑΚ (ΑΚ 57-59). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεν απαιτείται συναίνεση. Πρώτον, στις επείγουσες περιπτώσεις που συντρέχει άμεση, απόλυτη και κατεπείγουσα ανάγκη παροχής ιατρικής φροντίδας. Δεύτερον, στην περίπτωση απόπειρας αυτοκτονίας. Τρίτον, αν οι γονείς ανήλικου ασθενούς ή οι συγγενείς ασθενούς που δεν μπορεί να συναινέσει έγκυρα ή κάποιος τρίτος που έχει την εξουσία συναίνεσης για κάποιον ασθενή αρνούνται να δώσουν την αναγκαία έγκριση και υπάρχει άμεση ανάγκη παρέμβασης (ΚΙΔ αρ. 12 παρ. 3).


Η συναίνεση που απαιτείται για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων δεν ταυτίζεται με την συναίνεση που ρυθμίζεται στο άρθρο 236 ΑΚ. Η τελευταία παρέχεται από τρίτο πρόσωπο και αποτελεί προϋπόθεση για να είναι έγκυρη μία δικαιοπραξία. Στη σύμβαση ιατρικής αγωγής η συναίνεση του ασθενούς δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της, αφού αυτή έχει ήδη συναφθεί. Απλώς εγκρίνει ένα πραγματικό γεγονός, που είναι και το αντικείμενο της σύμβασης και πραγματώνει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ασθενούς. Συνεπώς, η συναίνεση στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι δικαιοπραξία, αλλά ανακοίνωση βούλησης, δηλαδή οιονεί δικαιοπραξία και οι γενικοί κανόνες του ΑΚ για τη διαπίστωση της εγκυρότητας της δικαιοπρακτικής βούλησης και οι κανόνες για την ερμηνεία της εφαρμόζονται αναλογικά. Αν ο γιατρός δε λάβει την συναίνεση του ασθενούς, θα υποστεί δυσμενείς συνέπειες. Μάλιστα, όπως αναλύεται αμέσως παρακάτω, ο ιατρός πρέπει να λάβει την «ενημερωμένη» συναίνεση του ασθενούς.


Πριν από τη λήψη της συναίνεσης ο ιατρός οφείλει να έχει εκπληρώσει την υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς. Μόνο έτσι αποκτά νόημα η έννοια συναίνεσης. Το περιεχόμενο της ενημέρωσης ορίζεται στο άρθρο 11 ΚΙΔ. Ο ιατρός οφείλει «να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους τις πιπλοκές από την εκτέλεση της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίσει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασης του και να προχωρεί, ανάλογα, στην λήψη αποφάσεων». Αξίζει να σημειωθεί ότι η έλλειψη ενημέρωσης για τις οικονομικές συνέπειες δεν οδηγεί στο χαρακτηρισμό της ιατρικής πράξης ως αυθαίρετης, αλλά παίζει ρόλο για τον καθορισμό της αμοιβής του ιατρού. Η ενημέρωση, λοιπόν, που παρέχει ο ιατρός πρέπει να είναι πλήρης, ακριβής και κατανοητή στον ασθενή. Όσο δυσκολότερη είναι ιατρική πράξη που θα διενεργηθεί, τόσο εκτενέστερη πρέπει να είναι η ενημέρωση. Ο ΚΙΔ περιλαμβάνει ειδικές ρυθμίσεις για την ενημέρωση σε σύνθετες ιατρικές πράξεις, όπως οι μεταμοσχεύσεις.[15] 


Κατ’ αρχήν, η ενημέρωση του ασθενούς δεν υποβάλλεται σε τύπο και γίνεται προφορικά. Αν όμως ο ασθενής ενημερωθεί και συναινέσει εγγράφως, ο τύπος έχει απλώς αποδεικτική αξία για τον ιατρό και όχι συστατική. Όταν όμως πρόκειται για ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, για μεταμοσχεύσεις και για κλινική έρευνα, ειδικές διατάξεις ορίζουν συστατικό τύπο για την ενημέρωση και την έγκριση του ασθενούς. Ο χρόνος ενημέρωσης πρέπει να είναι επαρκής για να μπορέσει ο ασθενής να επεξεργαστεί τα δεδομένα και να αποφασίσει για την ιατρική αγωγή όσο πιο αντικειμενικά είναι εφικτό, δεδομένου ότι πολλά περιστατικά είναι επείγοντα και χρήζουν άμεσης επέμβασης.[16]


Αν ο ιατρός δεν ενημερώσει επαρκώς τον ασθενή του, ενδεχομένως οι ιατρικές πράξεις που θα διενεργήσει να χαρακτηριστούν ως αυθαίρετες. Αυτό σημαίνει ότι προσβάλλεται παράνομα το δικαίωμα στην προσωπικότητα του ασθενούς (ΑΚ 57-59), όπως αυτό εκφράζεται μέσα από τον ειδικότερο δικαίωμα αυτοκαθορισμού του προσώπου. Με την πλημμελή ενημέρωση η συναίνεση που δίνεται από τον ασθενή δεν μπορεί είναι έγκυρη, με αποτέλεσμα οι επεμβάσεις του ιατρού στο σώμα του ασθενούς να μη δικαιολογούνται από την έννομη τάξη (Σ αρ. 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 7 παρ. 2). Στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής έχει δικαίωμα να απαιτήσει να ενημερωθεί επαρκώς, εάν με την μεταγενέστερη ενημέρωση μπορεί να αποκατασταθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ( ΑΚ 57 παρ. 1), να αξιώσει αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (ΑΚ 57 παρ. 2) και να επιδιώξει την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, αν έχει υποστεί (ΑΚ 59). Επιπλέον, αφού υποχρέωση ενημέρωσης αποτελεί  συμβατική υποχρέωση του ιατρού, τυχόν παραβίαση της, συνεπάγεται πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης, με συνέπεια τη γέννηση  υποχρέωσης αποζημίωσης του ασθενούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης συνιστά διάψευση της προσωπικής εμπιστοσύνης του ασθενούς προς τον ιατρό, οπότε  σπουδαίο λόγο για καταγγελία της σύμβασης ιατρικής αγωγής.[17]

 

Υποχρέωση αυτοπρόσωπης εκτέλεσης της σύμβασης ιατρικής αγωγής 

 

Κρίσιμο ζήτημα είναι η εκτέλεση της σύμβασης από τον ίδιο τον ιατρό που τη συνάπτει. Η εν λόγω υποχρέωση προκύπτει και από την σχέση εμπιστοσύνης, μεταξύ ασθενούς και ιατρού, αλλά πολύ περισσότερο και από ρητές διατάξεις του ΑΚ, αφού διέπεται η σύμβαση ιατρικής αγωγής είτε από τις διατάξεις της σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (651 ΑΚ) είτε από τους κανόνες της σύμβαση έργου (684 ΑΚ).[18] Ο κάθε ασθενής επιλέγει να συνάψει σύμβαση με συγκεκριμένο ιατρό, επειδή υπολογίζει στις δικές του ικανότητες για να τον θεραπεύσει. Είναι απολύτως φυσικό ο ασθενής, όταν συνάπτει σύμβαση ιατρικής αγωγής με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, να το εμπιστεύεται και να προσδοκά κάθε ιατρική πράξη να διενεργηθεί από αυτόν προσωπικά και όχι από άλλους. Από τρίτον ιατρό θα είναι δυνατή η παροχή ιατρικών υπηρεσιών μόνο κατ’ εξαίρεση, όταν αυτό συμφωνείται ή όταν κρίνεται απολύτως απαραίτητο, για παράδειγμα, σε μια εγχείρηση που είναι απαραίτητη η συμμετοχή του αναισθησιολόγου.[19] Αξίζει όμως να επισημανθεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις ο συμμετέχων τρίτος ιατρός διενεργεί ως βοηθός εκπλήρωσης (334 ΑΚ), πράξεις που είναι δευτερεύουσες ή μη ιατρικές και συμπληρώνουν την κύρια υποχρέωση του ιατρού για παροχή ιατρικών υπηρεσιών.[20]

 

Υποχρέωση τήρησης ιατρικού αρχείου και ιατρικού απορρήτου

 

Η υποχρέωση του ιατρού να τηρεί το ιατρικό απόρρητο και να μην αποκαλύπτει πληροφορίες που αφορούν τους ασθενείς του είναι ιδιαίτερα σημαντική. Έχει διττό ρόλο, τόσο την προάσπιση του κύρους του ιατρικού επαγγέλματος, όσο και την προστασία της ιδιωτικότητας του ασθενούς. Το απόρρητο αναγνωρίζεται από τον Όρκο του Ιπποκράτη, απ’ όλους τους Κώδικες Ιατρικής Δεοντολογίας αλλά και από πλήθος εθνικών και ευρωπαϊκών νομοθετημάτων. Παράλληλα, είναι και μια υποχρέωση του ιατρού που απορρέει από την σύμβαση ιατρικής αγωγής. Περιεχόμενο της υποχρέωσης είναι «το καθήκον του ιατρού να μην αποκαλύπτει αυθαίρετα σε τρίτους, όσα με την ιδιότητά του, ως ιατρού και με την ευκαιρία της άσκησης του λειτουργήματός του, πληροφορήθηκε για την υγεία και γενικότερα για τη ζωή και την εν γένει κατάσταση του ασθενούς (ή των οικείων του), ο οποίος τα εμπιστεύθηκε στον ιατρό λόγω της προσωπικής σχέσης που τους συνδέει».[21] 


Ο ιατρός οφείλει να μην αποκαλύπτει καμιά πληροφορία σχετικά με κάποιον ασθενή. Δεν έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε γνώση των στοιχείων, γιατί σε κάθε περίπτωση έχει υποχρέωση να μην τα αποκαλύπτει. Το ιατρικό απόρρητο αφορά οποιαδήποτε πληροφορία γνωρίζει ο ιατρός κατά την άσκηση των επαγγελματικών καθηκόντων, ακόμα και πληροφορίες που δεν έχουν σχέση αμιγώς με την ασθένεια ή την ιατρική κατάσταση του ασθενούς. Περιλαμβάνει οτιδήποτε έχει σχέση με τον αντισυμβαλλόμενό του π.χ. οικονομική κατάσταση.


Το ιατρικό απόρρητο είναι έννοια ευρύτερη από τα δεδομένα υγείας, όπως ορίζονται στο νόμο 4624/2019 για τρείς λόγους. Πρώτον, επειδή δεν αφορά μόνο τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, αλλά όλες ανεξαιρέτως. Δεύτερον, επειδή η υποχρέωση τήρησης του ιατρικού απορρήτου δεν παύει με τον θάνατο του ασθενούς, εν αντιθέσει με τα δεδομένα υγείας. Τρίτον, οι προϋποθέσεις για την άρση του ιατρικού απορρήτου δεν ισχύουν και για το δικαίωμα επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων υγείας που ρυθμίζεται κατ’ αποκλειστικότητα από το νόμο 4624/2019 αρ. 7. Κατά τούτο κάθε προσβολή ιατρικού απορρήτου δεν συνιστά απαραίτητα και παραβίαση των προσωπικών δεδομένων του ασθενούς.[22]


Μία ακόμα παρεπόμενη υποχρέωση του ιατρού που συνδέεται με την τήρηση του ιατρικού απορρήτου είναι η χορήγηση στον ασθενή των απαραίτητων βεβαιώσεων και των αντιγράφων των ιατρικών του εξετάσεων. Αυτό συνιστά άρση του απορρήτου με τη συναίνεση όμως του φορέα του.[23]


Επιπρόσθετα, από την σύμβαση ιατρικής αγωγής απορρέει και η υποχρέωση του ιατρού για την τήρηση ιατρικού αρχείου. Ως ιατρικό αρχείο ορίζεται «το σύνολο των εγγράφων τα οποία καταγράφεται και απεικονίζεται κατά το δυνατόν πληρέστερα η πορεία της υγείας του ασθενούς»[24]. Δεν έχει σημασία η μορφή του αρχείου, μπορεί να είναι ηλεκτρονική ή έγγραφη. Το ιατρικό αρχείο ορίζεται και στο άρθρο 14 ΚΙΔ. Περιέχει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και αποτελεί «αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του νόμου 4624/2019. Το ιατρικό αρχείο συνδέεται με το ιατρικό απόρρητο, γιατί η δημοσιοποίησή του προστατεύεται από τη νομοθεσία των προσωπικών δεδομένων αλλά και από το ιατρικό απόρρητο, όπως αναλύθηκε παραπάνω.


Κατά το νόμο 4624/2019 η τήρηση τέτοιου αρχείου δεν προϋποθέτει άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για τα φυσικά πρόσωπα ενώ για τα νομικά πρόσωπα, όπως κλινικές και νοσοκομεία, απαιτείται (αρ. 7Α ν. 4624/2019). Η κοινοποίηση των δεδομένων του ιατρικού αρχείου απαγορεύεται ρητώς (αρ. 7Α ν. 4624/2019). Οι δικαστικές, εισαγγελικές αρχές και τα κρατικά όργανα που έχουν δικαίωμα να λαμβάνουν γνώση προσωπικών δεδομένων των πολιτών δεν θεωρούνται τρίτοι. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κατόπιν αδείας της Αρχής μπορούν να δοθούν δεδομένα από το ιατρικό αρχείο ασθενούς σε τρίτους. Ενδεικτικές περιπτώσεις είναι όταν ο ασθενής έχει δώσει ρητή συγκατάθεση γι’ αυτό ή όταν η κοινοποίηση είναι ζωτικής σημασίας για τον ασθενή ή τέλος, όταν γίνεται ανώνυμα και αφορά ερευνητικούς σκοπούς. Ενδιαφέρον ζήτημα που έχει απασχολήσει την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων παλαιότερα ήταν, αν επιτρέπεται να ανακοινωθούν στον ένα σύζυγο δεδομένα της υγείας του άλλου συζύγου, για να χρησιμοποιηθούν σε δική διαζυγίου. Ο προβληματισμός ήταν ως προς το αν ο σύζυγος θα θεωρηθεί τρίτος ή όχι. Αν και στην αρχή κρίθηκε ότι δεν ήταν επιτρεπτή η κοινοποίηση των στοιχείων του ιατρικού αρχείου του ενός συζύγου, η Αρχή εν τέλει αποφάσισε, ότι, λόγω της συγκρότησης οικογένειας και του κοινού βίου των δύο ανθρώπων, ήταν επιτρεπτή η χορήγησή τους για δικαστική χρήση.[25] Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε δεδομένα σχετικά με την κύηση της γυναίκας και κρίθηκε ότι η κοινοποίηση τους δεν προσέβαλε τα προσωπικά της δεδομένα και το ιατρικό απόρρητο.[26]

 

 

Παραπομπές


[1] Φουντεδάκη Κ., Αστική Ιατρική Ευθύνη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2003. σελ. 285-286.

[2] Τσιρόγλου Ευ., Η σύμβαση ιατρικής αγωγής, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2020. σελ. 99 παραπομπή 155.

[3] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 99-100.

[4] Γεωργιάδης Απ., Ενοχικό δίκαιο, Γενικό Μέρος 2η έκδοση, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2015. σελ. 187-188.

[5] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 188-189.

[6] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 189.

[7] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 189-190.

[8] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 103-104.

[9] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 190-191.

[10] Σύμβαση Οβιέδο, κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 2691/1998.

[11] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 105-108. και Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 192.

[12] Ανδρουλιδάκη – Δημητριάδη Ι., Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993. σελ. 119.

[13] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 192.

[14] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 109.

[15] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 191-195.

[16] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 109-112.

[17] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 194-196.

[18] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ.127.

[19] Φουντεδάκη Κ., οπ. ανώτ., σελ. 293-294.

[20] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 127-128.

[21] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 130-131.

[22] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 131-132.

[23] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 198.

[24] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 133.

[25] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 135.

[26] ΕφΑΔ 819-820/2011 ΝΟΜΟΣ.



Βιβλιογραφία

Ανδρουλιδάκη – Δημητριάδη Ι., Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993.

Γεωργιάδης Απ., Ενοχικό δίκαιο, Γενικό Μέρος 2η έκδοση, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2015.

Τσιρόγλου Ευ., Η σύμβαση ιατρικής αγωγής, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2020.

Φουντεδάκη Κ., Αστική Ιατρική Ευθύνη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2003.


14 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων
Post: Blog2_Post
bottom of page