• Γεώργιος Λαΐος

«Η Διάσταση Ηθικής – Πολιτικής | Ηθική Επιβολή σε Δίκαιο – Πολιτεία να επιτρέπουν ανήθικες πράξεις.

Εισήγηση του Γεώργιου Λαΐου, δευτεροετούς φοιτητή της Νομικής Σχολής Αθηνών


Εισαγωγή

Το θέμα μας είναι, όπως αναφέρει και ο τίτλος, το γεγονός ότι η ηθική δεν ταυτίζεται με την πολιτική και ότι συχνά επιβάλλεται ηθικά το δίκαιο και το κράτος να επιτρέπουν στα άτομα να προβαίνουν ακόμα και σε πράξεις ηθικά επιλήψιμες. Ξεκινώντας, λοιπόν, δεν θα δοθεί βάση στο να αποδίδονται λεπτομερειακοί ορισμοί των εννοιών υπό στενή έννοια, αλλά στο να αποδειχθεί γιατί η παραπάνω θέση ισχύει.


Στο πρώτο μέρος θα διαχωριστεί η ηθική ως αυτονομία από την πολιτική αναφορικά με τα στοιχεία που τις χαρακτηρίζουν (αυτόνομο – ετερόνομο, ατομικότητα – σύνολο συμφερόντων αντίστοιχα κ.ο.κ.), αλλά και με τα επιμέρους κομμάτια που τις συνθέτουν ( ο εσωτερικός κόσμος του ατόμου, τα κοινωνικά ήθη κ.ο.κ.). Ξεπερνώντας όλα αυτά θα καταλήξουμε στο ότι η ηθική εκ των προτέρων δεν ταυτίζεται και δεν πρέπει να ταυτίζεται με την πολιτική, κυρίως και με βάση το σύνθετο που τις χαρακτηρίζει, την ανάγκη για εξασφάλιση της εκπλήρωσης του ατομικού καθήκοντος της πρώτης σε συγκερασμό με τα αντικρουόμενα συμφέροντα και τάσεις που επικρατούν στην δεύτερη, με την αποφυγή της αυθαιρεσίας του ηθικού ατόμου απέναντι στους κοινούς θεσμούς. Με λίγα λόγια θα αναλυθεί ο προβληματισμός αν η κοινωνία μέσω των νόμων της μπορεί να διέπεται αυστηρά από την ηθική στην μορφή και με τα χαρακτηριστικά που την συνθέτουν ως αυτονομία, ως σύνολο δηλαδή κανόνων εσωτερικής προέλευσης που εξασφαλίζουν στο άτομο τον αυτοπροσδιορισμό του. Περισσότερα χαρακτηριστικά της θα δοθούν στη συνέχεια της έρευνας.


Ως προς το δεύτερο ζητούμενο, επεκτείνοντας τον συλλογισμό ότι η ηθική δεν καλύπτει και δεν πρέπει να καλύπτει όλο το φάσμα της κοινωνίας – πολιτείας και των θεσμών της, θα διασαφηνιστεί ότι υπάρχουν περιθώρια δοσμένα από την τελευταία και από το δίκαιο στο άτομο να δράσει πέρα από τα όρια της ηθικής, εντός όμως συγκεκριμένων ορίων. Πιο αναλυτικά θα δοθεί έμφαση στο ότι, αφού η κοινωνία ως μια σύνθετη και ετερόκλητη οντότητα προσαρμόζεται κι επιμένει σε ενέργειες που κατοχυρώνουν και προστατεύουν δικαιώματα (Σύνταγμα) ίσως πλήττει αυτήν την αυτονομία αναγκάζοντας το άτομο να υπερβεί τους ηθικούς του φραγμούς, αλλά και ότι υπάρχουν έκτακτες περιπτώσεις που απαιτούν το ηθικό παράπτωμα. Φυσικά δεν αποκλείεται ο ηθικός πλουραλισμός, ούτε η ηθική αυτονομία, απλώς δεν είναι δυνατόν να καθορίζουν τη λειτουργία και δομή της κρατικής-έννομης τάξης.

Τα δύο ζητήματα αναπτύσσονται το ένα παράλληλα με το άλλο και μάλλον το δεύτερο έρχεται ως αποτέλεσμα του πρώτου. Η ανάλυση των θέσεων ακολουθεί παρακάτω.


Μέρος Πρώτο:


Σκοπός δεν είναι ούτε να περιοριστούν οι έννοιες σε ορισμούς ούτε, κυρίως, σε ομοιότητες μεταξύ τους, αλλά να επισημανθούν οι λόγοι που η ηθική και η πολιτική δεν ταυτίζονται.


Εκκινώντας με την ηθική, εννοείται αρχικά το εσωτερικό αίσθημα του κάθε ανθρώπου που του «υποδεικνύει» κάθε φορά το σωστό και το λάθος, δίκαιο και άδικο θα μπορούσαμε καταχρηστικά να πούμε. Ουσιαστικά πρόκειται για το εσωτερικό φράγμα που αυτοπεριορίζει τον αυτόνομο άνθρωπο και κατευθύνει τις κοινωνικές πράξεις του, όχι με τρόπο δηλαδή εξωτερικά επιβαλλόμενο[1]. Σε αυτό το πολύ πρώιμο σημείο πρέπει να καταστεί σαφής η διάκριση ανάμεσα στην εν λόγω ηθική της αυτονομίας και την κοινωνική ηθική και τα λεγόμενα χρηστά ήθη. Η διαφορά τους δεν απαντάται στην ύπαρξη κανόνων και προτύπων συμπεριφοράς, αλλά στον ετερόνομο χαρακτήρα των δύο τελευταίων και την προσωπική θέσπιση των κανόνων της πρώτης (ο καθένας θεσπίζει τους δικούς του προσωπικούς κανόνες που οφείλει και να τηρεί). Αυτή είναι η πιο βασική διαφορά με την πολιτική. Πριν προχωρήσουμε στην πολιτική, ας παραθέσουμε μερικά ακόμη στοιχεία για την ηθική:

α) η ηθική έγκειται στη σχέση με ‘’τον άλλον’’, με σχέσεις ελευθερίας και ισότητας

β) ενίοτε μπορεί να αντιτίθεται στην κρατούσα κάθε φορά κοινωνική ηθική, αλλά και έχει γενικό και αφηρημένο χαρακτήρα

γ) ωθεί εσωτερικά το άτομο να αυτοπροσδιορίζεται και να ορίζει την εξωτερική εν τέλει συμπεριφορά του[2]


Προτού εξηγηθούν τα παραπάνω, χρειάζεται αναφορά και στην πολιτική. Η πολιτική είναι σύμφυτη αρχικά με το κράτος, το οποίο κατέχει το μονοπώλιο της έννομης βίας και ο καταναγκασμός του ξεχωρίζει από άλλου είδους φορείς που ‘’απονέμουν’’ δικαιοσύνη. Άρα και μέσα στο πλαίσιο των Δημοκρατικών Θεσμών, η πολιτεία μέσω των οργάνων της θεσπίζει κανόνες δικαίου διαφορετικούς ή τουλάχιστον όχι ίδιους με αυτούς της ηθικής ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι ηθική βάση. Πάντως κατά το φυσικό δίκαιο ο νομοθέτης θα έπρεπε να θεσπίζει μόνο κανόνες οι οποίοι υπακούν στις ηθικές επιταγές. Η πολιτική συμπεριλαμβάνει στοιχεία γενικής αποδοχής (όπως λ.χ. τα κοινωνικά ήθη, τα συμφέροντα πάσης φύσεως) και ασχολείται με διοικητικού χαρακτήρα ζητήματα και άλλα πολλά. Αυτό δεν σημαίνει πως η πολιτική ενέχει τον κίνδυνο του κακού – αδίκου – παράνομου, απλώς αποσκοπεί στην επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής δικαιοσύνης, γι΄αυτό και στηρίζεται σε ορισμένες καθιερωμένες και ευρέως αποδεκτές αρχές[3].


Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ηθική ως αυτονομία πηγάζει από το ίδιο το άτομο, από τον εσωτερικό του κόσμο που όμως αφού αφορά στην κοινωνική και άλλη ζωή του, εξωτερικεύεται και στον τρόπο συμπεριφοράς του και αποτελεί απαίτηση και για τους συμπολίτες. Η πολιτική ,όμως, που στηρίζει την ύπαρξή της έως έναν βαθμό στην κοινωνική ηθική, δεν ενδιαφέρεται πάντοτε και δεν συμβαδίζει με την ηθική της αυτονομίας κι αυτό φαίνεται κι από το ότι μια παράβαση ηθικής φύσεως- εδώ αναφερόμαστε στην κοινωνική ηθική-εγείρει τις αντιδράσεις του συνόλου (π.χ. θεωρείται απαράδεκτο ένας νέος στα ΜΜΜ να μην παραχωρήσει τη θέση του σε ηλικιωμένο). Σύμφωνα με επικρατούσες κοινωνιολογικές θεωρίες, η ύπαρξη αυτών των συνηθειών και ηθών κοινώς αποδεκτών είναι τα ερείσματα που η απουσία τους θέτει σε κίνδυνο την ύπαρξη της κοινωνίας. Αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί ως εξής: οι αξίες αυτές αποτελούν τη δέσμευση των πολιτών για αρμονική συμβίωση, ενώ η μη τήρησή τους θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή[4] .


Οι απόψεις αυτές αφορούν κατά κύριο λόγο συμπεριφορές που γίνονται αντιληπτές από το σύνολο και ‘’ταράζουν’’ την κοινωνική ηθική (όπως συμβαίνει με το παράδειγμα του νεαρού στα ΜΜΜ, και με άλλα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή και εμπειρία) και απαιτείται πλέον στις σύγχρονες προηγμένες κοινωνίες να μην προκαλείται το κοινό αίσθημα. Παλαιότερα υπήρχαν σοβαρές κυρώσεις ακόμη και σε ιδιωτικές συναναστροφές. Αν δεχθούμε ότι όντως είναι παραβάσεις ηθικές, πράγμα πολύ αμφισβητήσιμο, έχει το κράτος δικαιοδοσία να τις καταστήσει έγκλημα και να τις τιμωρήσει επειδή προσβάλλουν την ηθική ενός ατόμου, που πιθανόν τη συμμερίζονται και άλλοι;


Προφανώς χρειάζεται ένα πιο ισχυρό επιχείρημα που να επιτρέπει στο κράτος μέσω του νόμου να κολάζει την ανηθικότητα. Ωστόσο δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη, ειδικά αν σκεφτούμε πως η ηθική προκύπτει από κριτική εξέταση των διαφόρων ζητημάτων, όμως η επίσημη πολιτεία στοχεύει στην μεγαλύτερη δυνατή δικαιοσύνη. Αυτή επιτυγχάνεται μέσω της κρίσης κατά τον Hart, της στάθμισης των αντικρουόμενων συμφερόντων όχι μόνο για την επικράτηση του καλού – ορθού, αλλά για την αποφυγή επικίνδυνων τριβών. Στον Dworkin[5]συναντάμε την άποψη ότι είναι θεμιτή μια κοινή ηθική, διότι μια απότομη αλλαγή δεδομένων (π.χ. επανάσταση με κίνητρο την ηθική επικράτηση) μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διάσπαση του κοινωνικού ιστού. Ήδη, όμως, ο κίνδυνος αυτός δείχνει ότι η επιβολή της ηθικής (enforcing morality) έχει εξ αρχής προβλήματα στη συμβίωση με την πολιτική.


Το όραμα για μια έννομη τάξη που θα διέπεται από την ηθική όπως αυτή αναλύθηκε πιο πάνω, είναι κοινό σε πολλούς θεωρητικούς. Κατά τον Ι. Αραβαντινό[6], το δίκαιο στην ισχύουσα μορφή του αποβλέπει σε ένα ηθικό minimum αρκετό αλλά όχι επαρκές και πρέπει να γίνει maximum μέσω της επιβολής της ηθικής διά του νόμου. Ωστόσο μια τέτοια απαίτηση θα ταύτιζε την ηθική με την πολιτική.


Η απαίτηση αυτή εκ πρώτης όψεως φαίνεται πολύ ιδανική και ενδεχομένως αποτελεσματική. Παρόλα αυτά υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που δεν έχουν ληφθεί υπόψη ακόμη. Αρχικά είναι ανάγκη να τονισθεί ότι η ηθική παλαιότερα (Πλάτων – Αριστοτέλης) θεωρείτο ως δρόμος που από τη φύση του ανθρώπου στοχεύει στην τελείωση του, στην κατάκτηση του αγαθού ως αναγκαίου μέσου για την συνολική ευδαιμονία. Σήμερα η ηθική όπως την ορίσαμε παραπάνω στοχεύει στην αυτονομία , αποβλέπει στην ελευθερία και όχι την ασυδοσία του υποκειμένου και τελικά την εσωτερική ικανοποίησή του. Αντίθετα η πολιτεία στοχεύει στον μετριασμό των αντίπαλων στοιχείων που την συγκροτούν.


Η Πολιτεία, επίσης , όχι εντελώς αποκομμένη από την ηθική, ρυθμίζει τις σχέσεις των ιδιωτών μεταξύ τους ή ως προς το κράτος και σε συγκεκριμένες μόνο περιπτώσεις ενδιαφέρεται για τα εσωτερικά κίνητρα των αντιδίκων. Μπορούμε, δηλαδή, καταχρηστικά να κάνουμε λόγο για έναν εύλογο πατερναλισμό από πλευράς του νόμου, που δεν προϋποθέτει απαραίτητα ηθική συμμόρφωση των ιδιωτών. Με αυτόν τον τρόπο αφήνει ένα πεδίο ελεύθερης δράσης στο άτομο χωρίς επιπλέον περιορισμούς. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο ουδείς τιμωρείται για τα φρονήματα, αλλά μόνο λόγω κολάσιμων κατά το δίκαιο πράξεών του.


Εκτός από το αν μπορεί να βρεθεί μια αντικειμενική ηθική (έστω ότι αυτό είναι δυνατό με την παραπάνω προσέγγιση) θα δημιουργούσε συνθήκες ηθικοκρατίας και αυτό δεν συνιστά δίκαιο και έννομη τάξη.


Σε αυτό το σκεπτικό ο J.S. Mill απαντά ότι ο καθένας ξέρει τις προτιμήσεις του, τα όριά του και τα ηθικά του καθήκοντα και δεν χρειάζεται επιβολή (ούτε καν υπόδειξη) από τον νόμο. Αυτό άλλωστε γίνεται με την κρατούσα κοινωνική ηθική, δεδομένου ότι στην πολιτική συχνά γίνεται επίκληση των κοινών ηθών και οι πολίτες τα λαμβάνουν υπόψη όπως και την προσωπική τους ηθική. Η επιβολή της ηθικής μέσω του νόμου αναιρεί αυτομάτως την ελευθερία του ανθρώπου. Αυτή είναι ακριβώς η ευθύνη του ατόμου που διασφαλίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, δηλαδή την ηθική του αυτονομία, όπως μαρτυρεί ο Hart [7].


Η φιλελεύθερη αυτή προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την ωφελιμιστική άποψη, που φτάνει μέχρι και στο σημείο να κολάζονται ποινικά πράξεις ανήθικες που δεν βλάπτουν κανέναν. Το ήδη ισχύον δίκαιο σε περιπτώσεις αντιδικίας προβλέπει είτε τιμωρία είτε αποζημίωση και δίνει στο άτομο τη δυνατότητα να αξιώσει κάλυψη της ζημίας που του προκλήθηκε και να μην αδρανήσει λόγω ηθικών συστολών απέναντι στον ζημιώσαντα.


Το δίκαιο δεν απευθύνεται κατά βάση στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, απλά κρίνει τις συνέπειες των πράξεων του και ιδίως όταν βλάπτει τρίτους. Η ηθική, όμως, μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στη διεκδίκηση αξιώσεων από τον άνθρωπο, όπως λ.χ. η διεκδίκηση οικονομικών ή κοινωνικών αξιωμάτων ή και την αντίδραση σε επιβλαβείς και παράνομες πράξεις εναντίον του. Αν η ηθική επιβάλλεται στοχεύοντας στη συνείδηση του υποκειμένου σε υποταγή σε άνευ όρων κανόνες, παύει να είναι ηθική, ενώ αντίκειται στη φιλελεύθερη προσέγγιση της πολιτείας η επιβολή συγκεκριμένων αξιών στους πολίτες. Δεν ταυτίζεται, όμως, ούτε σε αυτό το σημείο με την ηθική, διότι η ηθική προβλέπει αυτονομία κι εδώ η πολιτική πάλι στρέφεται στην εξυπηρέτηση του συνόλου μέσω του ατόμου.


Από μια τέτοια κατάσταση το άτομο δεν κερδίζει, αφού εν τέλει δε κρίνει το ίδιο για τον εαυτό του, ούτε ως προς τα του οίκου του. Με αυτόν τον προβληματισμό προετοιμάσαμε το έδαφος για το δεύτερο ζήτημα , γιατί δηλαδή επιβάλλεται ηθικά το δίκαιο και η πολιτεία – κράτος να επιτρέπουν στα άτομα να προβαίνουν κάποιες φορές σε επιλήψιμες ηθικά πράξεις, κατά την κοινωνική ηθική.




Βιβλιογραφία:

[1] Σούρλας, Παύλος, «Justi atque injusti scientia: μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου», Αθήνα, 2015, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Μέρος 1ο, Κεφάλαιο 2ο, §10 [2] Αραβαντινός, Ιωάννης, «Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου», Αθήνα, 1983, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Μέρος Α’ , Σταμάτης, Κωνσταντίνος, Τάκης, Ανδρέας , «Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου», Θεσσαλονίκη, 2018, Σάκκουλας Α.Ε. , 2η Έκδοση, Κεφ. 3ο 1.1.Β [3] Αραβαντινός, Ιωάννης, «Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου», Αθήνα, 1983, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Κεφάλαιο 3ο, σελ. 29 – 30, 37 [4] Hart, H., L., A., “Law, liberty & morality”, Oxford, 1963, Stanford University Press, pages 6-25 [5] Dworkin, Ronald, “Taking rights seriously”, Massachusetts, Harvard University Press, pages 240 – 249, 5th Printing Edition [6] Αραβαντινός, Ιωάννης, «Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου», Αθήνα, 1983, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Κεφάλαιο 4, σελ. 37 [7] Σταμάτης, Κωνσταντίνος, Τάκης, Ανδρέας, «Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου», Θεσσαλονίκη, 2018, Σάκκουλας Α.Ε.), 2η έκδοση, Κεφάλαιο 3ο, σελ. 33

197 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων