• Γεώργιος Λαΐος

"Η Διάσταση Ηθικής – Πολιτικής Ηθική Επιβολή σε Δίκαιο – Πολιτεία να επιτρέπουν ανήθικες πράξεις,ΙΙ"

📝 Άρθρο του Γιώργου Λάιου, προπτυχιακού φοιτητή Νομικής ΕΚΠΑ

Για την καλύτερη κατανόηση της εισήγησης, βλ. Μέρος Ι: https://www.justincaseath.com/post/η-διάσταση-ηθικής-πολιτικής-ηθική-επιβολή-σε-δίκαιο-πολιτεία-να-επιτρέπουν-ανήθικες-πράξεις


Στο δεύτερο αυτό μέρος θα επιχειρήσουμε να προεκτείνουμε τον συλλογισμό μας αναφορικά με τη διάσταση ηθικής – πολιτικής και να δείξουμε ότι το δίκαιο και το κράτος είναι ηθικά επιβεβλημένο να επιτρέπουν στο άτομο να προχωρά σε ηθικά επιλήψιμες πράξεις.


Αρχικά χρήσιμο είναι να τονίσουμε αυτό που αναφέρθηκε και στο πρώτο μέρος, ότι δηλαδή η πολιτεία ενδιαφέρεται κυρίως για την μετρίαση των αντικρουόμενων συμφερόντων και ότι το ισχύον δίκαιο ρυθμίζει τις σχέσεις των ιδιωτών ή τη σχέση του κράτους με τον πολίτη. Ήδη δείξαμε ότι η ηθική όταν επιβάλλεται μέσω του νόμου, χάνει την ιδιότητά της ως ηθικής. Ας στραφούμε στα ηθικά παραπτώματα που είναι και το επίκεντρο.


Δεδομένης της δημοκρατικής και όχι αυταρχικής λειτουργίας των θεσμών, όσο ο πολίτης δύναται να προσδιορίσει τα όρια της ηθικής του, αναπτύσσει έτσι ελεύθερα την προσωπικότητά του που δεν φέρει κατ’αρχήν από την πολιτεία υποδείξεις σε αξίες και με λίγα λόγια αυτοπροσδιορίζεται. Το ενδιαφέρον, όμως, πρέπει να στρέψουμε στα ηθικά παραπτώματα. Ο ImmanuelKant και ο JohnStuart Mill συνδέουν την ηθική με την ελευθερία (αν) διαπράξεις κάποιο κακό[1].


Το Ποινικό Δίκαιο στηρίζεται σε αυτή την τοποθέτηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις καταστάσεις όπου ο άνθρωπος μπορεί μέχρι και να αφαιρέσει τη ζωή άλλου ανθρώπου, αν απειλείται η ακεραιότητά του ή η ίδια του η ζωή. Αφού η ηθική έχει ως βάση την ελευθερία που εκείνη η οποία προϋποθέτει τη ζωή και την ευθύνη, μια τέτοια ενέργεια καλύπτεται νομικά και δεν κολάζεται παρά το ενδεχομένως ανήθικο που τυχόν απορρέει, προστατεύοντας έτσι τη ζωή.


Να τονίσουμε, ωστόσο, ότι αυτό δεν έχει στόχο την αυθαιρεσία υπέρ του πράττοντος , γι΄αυτό και τίθενται όρια από το δίκαιο.

Το δεύτερο στοιχείο που προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση είναι η εξατομίκευση του ατόμου σε αντιδιαστολή με την μαζικότητα που επιχειρεί η πολιτεία με τη χρήση μιας ευρέως αποδεκτής κοινής ηθικής (βασικά κοινών προτύπων συμπεριφοράς) για μετρίαση των τριβών.


Όταν κανείς δεν πράττει σύμφωνα με τις κοινωνικές επιταγές, μπορεί να μην τιμωρείται από την έννομη τάξη, προκαλεί όμως οπωσδήποτε την αντίδραση της κοινής γνώμης. Για παράδειγμα, τα κοινά ήθη, αλλά και η προσωπική ηθική του καθενός, μπορεί να επιτάσσουν να δώσει το άτομο ορισμένο χρηματικό ποσό σε κάποιον φτωχό άπορο που συναντά στον δρόμο. Το δίκαιο και γενικά η πολιτεία δεν μπορεί να απαιτήσει από το άτομο να προσκομίσει στον φτωχό συμπολίτη του χρήματα χωρίς κάποια σύμβαση που να τον υποχρεώνει. Άρα επιτρέπεται στον άνθρωπο να προστατεύσει αυτά που νόμιμα του ανήκουν, χωρίς να χρειάζεται να υφίσταται συνεχώς ηθικά διλήμματα. Επομένως καταλήγουμε στο ότι είναι ηθικά επιβεβλημένο και συγχρόνως δικαιολογημένο η έννομη τάξη να αποδεσμεύει τον πολίτη από τέτοιες δυσχερείς καταστάσεις.


Αυτό μπορεί επιπλέον να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι η ηθική δημιουργεί μόνο υποχρεώσεις και καθήκοντα, τα οποία περιορίζουν τον άνθρωπο και του στερούν τη δυνατότητα να ζήσει σε συνθήκες εσωτερικής ισορροπίας.


Για να γίνει ορθή αναφορά στο ζήτημα που παραπάνω τέθηκε, χρειάζεται να τονίσουμε ότι υπάρχει διαφωνία ως προς το αν πρέπει να υπάρχουν κυρώσεις σε ιδιωτικές, καλούμενες ‘’αντίθετες’’ στο κοινό αίσθημα ενέργειες. Επιχειρήματα υπέρ της ποινής-δηλαδή της επιβολής του κρατικού μηχανισμού λόγω αποδοκιμασίας της έννομης τάξης- τίθενται τόσο με βάση τα κοινά ήθη, όσο και από την εσωτερική ηθική αντικειμενικά του καθενός και τη θρησκευτική επιταγή και έχουν ως κύρια θέση το αν ο άνθρωπος εν τέλει υποφέρει ή ικανοποιείται από αυτές τις πράξεις. Υποστήριζαν τότε οι συντηρητικές απόψεις ότι αν ο άνθρωπος υποφέρει από κάποιες τυχόν συνήθειες, αυτές λοιπόν πρέπει να τιμωρούνται.


Αν δεχθούμε ότι όντως είναι ανήθικες κάποιες πράξεις, μας αρκεί η ηθική απαξία τους; Ακόμη κι αν για την κοινωνική ευημερία χρειάζεται και οι πολίτες να είναι εσωτερικά πλήρεις, δεν απαιτείται να ασκείται έλεγχος στην ικανοποίηση – ευδαιμονία των ατόμων, γιατί αυτό θα συνιστούσε επέμβαση στην αυτονομία και «επίθεση» στη συνείδηση. Άρα επιβάλλεται από ηθική άποψη ο καθένας μέσα σε έννομα όρια να ασκεί οποιεσδήποτε ενέργειες, αν για τον οποιονδήποτε λόγο προσφεύγει σε αυτές, ανεξάρτητα από το αν για προσωπικούς ηθικούς λόγους τον ευχαριστούν ή όχι. Κι ύστερα υπεισέρχεται και το ζήτημα της βλάβης σε άλλους. Το δίκαιο, συνεπώς, δεν κρίνει και δεν μπορεί να κρίνει τα αισθήματα του πολίτη, όσο αυτά δεν βλάπτουν τον περίγυρο δημόσια ή άμεσα. Αυτό μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι ούτε οι θρησκευτικές επιταγές ούτε τα κοινά ήθη κι ενδεχομένως η ευχαρίστηση – δυσαρέσκεια που προκύπτουν από την τέλεση της ανηθικότητας μπορούν να επέμβουν στο πεδίο δράσης του δικαίου.


Το γεγονός ότι το δίκαιο και το κράτος επιβάλλεται ηθικά να επιτρέπουν αυτή τη στάση από τους πολίτες, δείχνει ακριβώς ότι μετριάζεται έτσι και η δράση των ισχυρών επικρατούντων κοινωνικών, θρησκευτικών, ηθικών και ίσως ηθικιστικών και λοιπών απόψεων που επηρεάζουν βαθύτατα τη συμπεριφορά και τη δράση του ατόμου και δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό, με αρνητικό τρόπο.


Πριν ολοκληρώσουμε την ανάλυση του δεύτερου ζητούμενου, κρίνεται σημαντικό να προστεθεί ένα ακόμη στοιχείο. Η απομάκρυνση από επικρατούσες, ευρέως αποδεκτές αντιλήψεις που περιορίζουν το άτομο, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα – αφού έγινε διάκριση στο πρώτο μέρος για την ηθική από την πολιτική – ότι το δίκαιο δεν πρέπει να στηρίζεται σε υπακοή κανόνων ηθικής αυτονομίας. Οι κανόνες δικαίου, δηλαδή, δεν είναι μόνο στείρα κείμενα χωρίς καμία σχέση με την ηθική. Απλώς η ηθική αποτελεί τη βάση των κανόνων[2], κατά τον Kant, χωρίς όμως να ταυτίζεται ούτε με το δίκαιο ούτε με την ασκούμενη από το κράτος πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι η ηθική είναι η βάση, όχι όμως ο αυτοσκοπός της πολιτικής και του δικαίου. Ωστόσο η θετικότητα του δικαίου εξασφαλίζει κατά πολλούς τη μη αυθαιρεσία της πολιτικής και της δικαστικής εξουσίας, αλλά την υπαγωγή τους σε κανόνες.


Ένας σοβαρός κίνδυνος που ελλοχεύει αν δεν επιτραπεί στα άτομα να δρουν ελεύθερα επιλέγοντας προσωπικά ανάμεσα σε ηθικό και ανήθικο, είναι η απομάκρυνση από αυτήν ακριβώς την θετικότητα και η αυθαίρετη προσκόλληση σε θεωρίες φυσικού δικαίου, με επίκληση μόνο σε αρχές ηθικές και εκείνες τις δικαιοσύνης. Κάτι τέτοιο ασφαλώς είναι εντελώς οπισθοδρομικό διότι ναι μεν οι σύγχρονες έννομες τάξεις έχουν υιοθετήσει ένα μοντέλο κανόνων δικαίου, που όμως έχουν ως βάση την ηθική αλλά δεν ταυτίζονται με αυτήν.

Ο κίνδυνος αυτός αφορά όλα τα μέλη της κοινωνίας, αρκετά την πολιτική και δικαστική εξουσία, αλλά και γενικά πολλές θέσεις ευθύνης που σχετίζονται με άλλους ιδιώτες.


Α. Στην πρώτη περίπτωση κρίνεται αναγκαίο οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι να δρουν με τρόπο που θα εξασφαλίζει την υπεράσπιση των συμφερόντων των εκλογέων. Επιπλέον, καθώς οι διεθνείς σχέσεις ρυθμίζονται επίσης με κανόνες όπως συμβαίνει και σε ενώσεις κρατών, για την επίτευξη της μέγιστης ασφάλειας αρχικά και της οικονομικής ανάπτυξης στη συνέχεια, έχει αξιολογική προτεραιότητα η υπακοή στους κανόνες.


Η παράβαση κανόνων ηθικής φύσεως από έναν πολιτικό δεν τον καθιστά κακό, αλλά μάλλον η κρίση και ο ελιγμός μεταξύ υπακοής της ηθικής του συνείδησης στους γενικούς και αυστηρούς κανόνες τον καθιστούν ανάλογα και με τα αποτελέσματα κάθε φορά καλό. Άλλωστε για να διασφαλιστεί η ισορροπία στον κοινωνικό ιστό και να μην διαλυθεί η τάξη, επιβάλλεται ηθικά τα όργανα της πολιτείας να προτιμήσουν το αυτονόητο να τηρήσουν το νόμιμο ακόμη κι αν αυτό έρχεται σε σφοδρή αντίθεση με την ηθική τους τοποθέτηση.


Προηγουμένως υποστηρίξαμε ότι η ηθική ισοσταθμίζει τις δραστικές τάσεις του ωφελιμισμού. Εδώ δεν αναιρούμε αυτή τη θέση, απλώς προσθέτουμε μια σημαντική εξαίρεση. Σε ζητήματα που συχνά τίθεται σε κίνδυνο μεγάλο εύρος ανθρώπων, μάλλον επιτάσσεται ηθικά και σίγουρα νομικά να μην τηρείται η προσωπική ηθική, αλλά ενίοτε να γίνεται ορθή κρίση των πραγμάτων (π.χ. ένας πολιτικός έχει ηθικό καθήκον να παραμερίσει τις προσωπικές προσβολές που δέχεται και να δράσει ψύχραιμα ανάλογα με τις περιστάσεις).


Β. Όπως ο πολιτικός έτσι κι ο δικαστής δεν νοείται να δικάσει επικαλούμενος στην απόφαση την προσωπική του ηθική ή να αρνησιδικήσει. Το καθήκον αμεροληψίας και αντικειμενικότητας του επιτρέπει (καλύτερα επιβάλλει εδώ) να αθωώσει κάποιον ή να καταδικάσει κάποιον σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, ακόμη και αν ηθικά αντιμετωπίζει διαφορετικά το ζήτημα . Ας φανταστούμε έναν δικαστή που αηδιασμένος από το απεχθές έγκλημα ενός αποδεδειγμένα ενόχου και που συμπάσχει με το θύμα υπερβαίνει το νόμο και αντί για μια ποινή που προβλέπεται, αποφασίζει να επιβάλει μια βαρύτερη επειδή θεωρεί ότι ο νομοθέτης δεν τιμωρεί αυστηρά αρκετά τέτοιου είδους πράξεις. Είναι φανερό ότι πρόκειται για κακό δικαστή. Μπορεί δηλαδή να αισθανθεί δικαίωση το θύμα, να ικανοποιηθεί το περί δικαίου αίσθημα του κοινού, αλλά προσβάλλεται και η ηθική υπόσταση και ελευθερία του ίδιου του δράστη και δεν εφαρμόζεται το δίκαιο. Προφανώς λοιπόν, είναι προτιμότερο να κάνει αυτή την ανήθικη πορεία ο φορέας της δικαστικής εξουσίας, παρά να υπάρχει τρανταχτή απόκλιση από τους θεσμούς.


Η υπέρβαση των ηθικών κανόνων δεν επιβάλλεται λόγω ανεπάρκειας του ισχύοντος δικαίου, ούτε καταλήγουμε στο ότι όλα είναι στάθμιση συμφερόντων. Αντίθετα είναι ηθικοί οι λόγοι που επιβάλλουν αυτά τα αναγκαία περιθώρια, όπως εξηγήσαμε, και δεν αναζητείται μόνο το γενικό συμφέρον, αλλά ο σεβασμός της ατομικής ελευθερίας – ατομικότητας του κάθε πολίτη.


Επίλογος


Ύστερα από την ανάλυση που προηγήθηκε, συνοψίζουμε τους λόγους που η ηθική δεν ταυτίζεται με την πολιτική και εκείνους που καθιστούν επιβεβλημένο ηθικά στο δίκαιο και στο κράτος να προτρέπουν στα άτομα να προβαίνουν σε πράξεις ηθικά επιλήψιμες.


Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, παρατηρώντας τη σύνθεση και το πεδίο δράσης των δύο εννοιών, καταλήξαμε στην μεταξύ τους διάσταση. Ο πρώτος λόγος είναι η ισχυρή παρουσία κοινωνικών και ευρέως αποδεκτών ηθών που έχουν ως στόχο την κοινωνική ευημερία και έρχονται σε σύγκρουση με την ηθική αυτονομία του ανθρώπου που διασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία και το πεδίο ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, ενώ η πολιτική ενδιαφέρεται για την ικανοποίηση πολλών και διαφορετικών συμφερόντων.


Από αυτό απορρέει και τα δεύτερο επιχείρημα, ότι δηλαδή δεν μπορούμε να ταυτίσουμε την ηθική με την πολιτική, ούτε καν μπορούμε να διανοηθούμε μια κοινωνία να διέπεται από ηθική αυστηρά, διότι αυτό θα δέσμευε και ταυτόχρονα θα περιόριζε τα άτομα που ούτως ή άλλως γνωρίζουν τις προτιμήσεις τους και δεν χρειάζονται επιβολή της ηθικής διά του νόμου.


Ως προς το δεύτερο σκέλος αναφερθήκαμε επίσης στο γεγονός ότι οι πολίτες έχουν το ελεύθερο αλλά ηθικά επιβεβλημένο να δράσουν πέρα από τα όρια της ηθικής σε κάποιες περιστάσεις. Το πρώτο επιχείρημα στράφηκε γύρω από την διαφύλαξη της ακεραιότητας του υποκειμένου, με πρώτη και σημαντικότερη αυτή της ζωής του όταν τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο. Το δεύτερο επιχείρημα έγκειται ακριβώς στην ελευθερία δράσης, σκέψης κλπ. χωρίς να ελέγχεται το φρόνημα ή η τοποθέτηση του πολίτη. Το τρίτο, αφορά στο ελεύθερο του καθενός να διαθέτει όπως επιθυμεί την περιουσία του εφόσον δεν αντιβαίνει στον νόμο η δράση του. Το τέταρτο και τελευταίο επιχείρημα σχετίζεται με καταστάσεις που η προσωπική ηθική του ανθρώπου δεν χρειάζεται να παρεμβαίνει και απαιτείται να τηρούνται άλλοι τύποι, όπως ο νόμος ή η κοινωνική ηθική κ.ο.κ.

[1] Σούρλας, Παύλος, «Justi atque injusti scientia: μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου», Αθήνα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Ε.Ε., 2015, Μέρος 1ο, κεφάλαιο 2ο, §9, σελ.86 – 91 [2] Σούρλας, Παύλος, «Justi atque injusti scientia: μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου», Αθήνα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Ε.Ε,2015, Μέρος 1ο, κεφάλαιο 2ο, §11, σελ99-100


Βιβλιογραφία:


Αραβαντινός, Ιωάννης, Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου, Αθήνα , Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας Ε.Ε., 1983

Σούρλας, Παύλος, «Justi atque injusti scientia: Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου», Αθήνα, 2004 – 2015 (αναδιατύπωση)

Σταμάτης Κώστας – Τάκης Ανδρέας, “Εισαγωγή στην Επιστήμη του Δικαίου”, Σάκκουλας Α.Ε., 2η Έκδοση, 2018

Dworkin, Ronald, “Taking rights seriously”, 5th Printing Edition, Harvard University Press,1973

Hart, H., L., A., “Law, liberty & morality”, Oxford, Stanford University Press, 1963

Mesure, Sylvie, Renaut “Alter Ego”, Εκδόσεις “ΠΟΛΙΣ”, Επιμέλεια:Βασίλης Βουτσάκης, 2005

Image address: https://mediad.publicbroadcasting.net/p/shared/npr/styles/x_large/nprshared/202103/972693209.jpg

84 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων