• Μαρίλια Πλατσά

Η παροχή προστασίας από την ΕΣΔΑ σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων

📝Άρθρο της Μαρίλιας Πλατσά, τριτοετούς φοιτήτριας της Νομικής Σχολής Αθηνών


Η σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων αποτελεί ένα ειδεχθές έγκλημα με αποδέκτες την ιδιαίτερα ευάλωτη αυτή ομάδα ατόμων. Στον προηγμένο νομικό κόσμο τέτοιες αξιόποινες και κολάσιμες πράξεις δεν γίνονται ανεκτές και προστατεύονται πληρέστερα και από υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις όπως εκείνες εντός της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Τέκνα που πέφτουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης από στενούς συγγενείς ή ακόμα και από τους ίδιους τους γονείς, καθηγητές που τελούν εγκλήματα κατά της γενετήσιας ζωής των μαθητών τους ,θύματα ομαδικών βιασμών και εκπόρνευσης είναι μόνο μερικές από τις υποθέσεις που φτάνουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ύστερα από προσφυγή των θυμάτων ή των νομίμων κηδεμόνων τους. Συχνά μάλιστα συνοδεύονται από ισχυρισμούς περί ανεπαρκούς προστατευτικού εθνικού νομικού πλαισίου ή διεξαγωγής αναποτελεσματικής έρευνας για την εξιχνίαση του εγκλήματος. Η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ στο άρθρο 3 αποτελεί επίθεση όχι μόνο στην αξιοπρέπεια του κάθε ατόμου προσωπικά αλλά και στην δημόσια τάξη εν γένει ,απαιτώντας ιδιαίτερης μεταχείρισης από τους δικαστές της Χάγης.


Το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ γίνεται συχνά αντικείμενο επίκλησης από τους προσφεύγοντες καθώς και εφαρμογής από το ΕΔΔΑ σε περιπτώσεις που αφορούν σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων. Πρόκειται για το θεμελιώδες άρθρο της Σύμβασης που καταστρατηγείται από αυτού του είδους την μεταχείριση. Η διατύπωση του είναι λιτή , λακωνική και κυρίως απόλυτη: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς ». Απαγορεύεται απόλυτα οποιαδήποτε περιστολή του ή παρέκκλιση ακόμα και σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης (όπως αυτές που καταγράφονται στο άρθρο 15) και δυσχερούς κατάστασης όπως η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος . H σεξουαλική κακοποίηση παιδιών έχει κριθεί επανειλημμένως εκ του Δικαστηρίου ως απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Πρόκειται δηλαδή για εκείνη την μεταχείριση που είναι «προμελετημένη, εφαρμοσμένη με διάρκεια ωρών και συνεχής προξενώντας ταυτοχρόνως πραγματική σωματική βλάβη ή έντονο φυσικό και πνευματικό μαρτύριο». Ως εξευτελιστική κρίνεται στην περίπτωση που προκαλεί στα θύματα συναισθήματα φόβου, αγωνίας και κατωτερότητας, όπως εξορισμού συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Πολλές φορές η κακομεταχείριση μπορεί να οδηγεί σε κάμψη των φυσικών ή ηθικών αντιστάσεων του ατόμου ή να αναγκάζει το θύμα να ενεργήσει εναντίον στην θέληση ή την συνείδηση του. Απαραίτητη προϋπόθεση για να γεννιέται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 3 είναι η μεταχείριση να υπερβαίνει ένα ελάχιστο όριο σοβαρότητας. Η διαπίστωση του βαθμού αυτού είναι σχετική και εκτιμάται in concreto, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη κάθε φορά τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, εξαρτάται από παράγοντες όπως το είδος και η διάρκεια της κακομεταχείρισης, οι σωματικές και πνευματικές επιπτώσεις της , το φύλο , η ηλικία καθώς και η κατάσταση του θύματος. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο πλαίσιο της ιδιαίτερης μέριμνας που αποδίδει το ΕΔΔΑ στα παιδιά, έχει κρίνει ότι η απουσία επαρκούς νομικού πλαισίου, η παθητική στάση των αρχών καθώς και η ατελέσφορη ή αργοπορημένη αντίδρασή τους οδηγούν αναπόφευκτα σε παραβίαση του άρθρου 3.


Από την διάταξη αυτή απορρέει διπλή υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών, μια ουσιαστική και μια διαδικαστική .Όσον αφορά την ουσιαστική, επιβάλλεται στα κράτη να απέχουν από ενέργειες που ισοδυναμούν με κακομεταχείριση των ατόμων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας τους. Παράλληλα φέρουν ευθύνη για την λήψη κατάλληλων προληπτικών μέτρων με σκοπό την αποτελεσματική προστασία των παιδιών από προσβολές της σωματικής τους ακεραιότητας και την αποτροπή της κακομεταχείρισης τους, ακόμα και αν προέρχεται από τρίτους, εφόσον οι αρχές γνώριζαν ή τουλάχιστον όφειλαν να γνωρίζουν. Αναγκαίος όρος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών είναι η θέσπιση επαρκούς νομικού πλαισίου, το οποίο θα παρέχει τα μέσα στα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα για την επιτυχή προστασία του σκοπού του άρθρου 3, διαφορετικά διακινδυνεύεται εξορισμού η παραβίαση του.


Από την άλλη ,η διαδικαστική υποχρέωση συνεπάγεται την διεξαγωγή επίσημης έρευνας σε περίπτωση που ένα άτομο προβάλλει ευσταθείς ισχυρισμούς περί σεξουαλικής κακοποίησης. Η διάταξη αυτή δεν προβλέπει υποχρέωση αποτελέσματος παρά μόνο υποχρέωση συμπεριφοράς (obligation of means), επιβάλλεται δηλαδή να διενεργηθεί έρευνα αλλά δεν είναι αναγκαίο να είναι επιτυχής ή να επαληθεύει τα περιστατικά και τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο προσφεύγων. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η έρευνα δεν πρέπει να διενεργείται με άξονα τη φώτιση των γεγονότων και έπειτα, εφόσον εξακριβωθεί η αλήθεια ,την ταυτοποίηση και την τιμωρία του/των υπεύθυνου/ων. Η ταχύτητα και η άμεση ανταπόκριση σε καταγγελίες κακομεταχείρισης είναι επιπροσθέτως απαιτούμενα στοιχεία μιας αποτελεσματικής έρευνας. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, πρέπει να είναι και λεπτομερής, ενώ κάθε παράλειψη κατά την διεξαγωγή της πιθανόν να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3. Είναι σημαντικό να επισημανθεί τέλος ότι είναι υποχρεωτικό να διασφαλίζεται η δίωξη σεξουαλικών ενεργειών ελλείψει συναίνεσης, ακόμα και στην περίπτωση που το θύμα δεν προέβαλε φυσική αντίσταση.


Καταληκτικά, η ΕΣΔΑ συνιστά ένα υπερεθνικό νομοθέτημα που μεριμνά για τη προστασία των ανηλίκων από αξιόποινες πράξεις οι οποίες εξευτελίζουν και στιγματίζουν την ψυχή τους. Η κατοχύρωση είναι το πρώτο βήμα και εξυπηρετεί σκοπούς πρόληψης των εγκλημάτων αυτών, ωστόσο η αποτελεσματική δίωξη και διενέργεια έρευνας είναι αναπόσπαστα στοιχεία της πληρέστερης υπεράσπισης τους. Ούτε το Κράτος το ίδιο επιτρέπεται να παραγκωνίζει ή να προσβάλλει αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, πολλώ δε μάλλον οι ιδιώτες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις . Η διαφύλαξη, επομένως, της αξιοπρέπειας και της ακεραιότητας του ανηλίκου ακόμα και υπό τις πιο αντίξοες και εξαιρετικές περιστάσεις οφείλει να είναι προτεραιότητα κάθε αληθινού Κράτους δικαίου.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Νάσκου-Περράκη, Παρασκευή, Δικαιώματα του Ανθρώπου: παγκόσμια και περιφερειακή προστασία, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα,2019,σελ.424- 441,454-459


Σισιλιανός, Λίνος-Αλέξανδρος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του

Ανθρώπου: ερμηνεία κατ’ άρθρο, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη,2016,σελ.1-

3,121-127,140-142,373-375


Schabas, William A. , The European Convention on Human Rights: A

commentary, Oxford United Kingdom, Oxford University Press, 2015, pg

164-184,191-194


Akandji-Kombe Jean-François , Positive obligations under the

European Convention on Human Rights:A guide to the implementation

of the European Convention on Human Rights, Human rights

handbooks, No. 7, Διαθέσιμο εδώ: https://rm.coe.int/168007ff4d


Handbook on European law relating to the rights of the child, European

Union Agency for Fundamental Rights and Council of Europe, 2015,

Διαθέσιμο εδώ:

https://r.search.yahoo.com/_ylt=A0geK.B7MqZga0AAe0xXNyoA;_ylu

=Y29sbwNiZjEEcG9zAzEEdnRpZAMEc2VjA3Ny/RV=2/RE=162153

3435/RO=10/RU=https%3a%2f%2fwww.echr.coe.int%2fDocuments%

2fHandbook_rights_child_ENG.pdf/RK=2/RS=XoL6QnjzmjtAfooQu6l

If4J6V18-

60 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων