• Λυδία Νίκα

Η στοιχειοθέτηση της αμέλειας για την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος και η απόφαση 83/2021 ΑΠ

📝 Άρθρο της Λυδίας Νίκα, πτυχιούχου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης-ΕΚΠΑ, φοιτήτριας Νομικής Σχολής-Πανεπιστήμιο Λευκωσίας


Εισαγωγή


Στο παρόν κείμενο αναλύεται η απόφαση του Αρείου Πάγου 83/2021, η οποία αφορά την απόρριψη αναιρέσεως κατά αποφάσεως περί αγωγής αποζημιώσεως λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης. Ειδικότερα, αναλύονται τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην άσκηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ γίνεται εν συντομία αναφορά στην κρίση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ακολούθως, αναλύονται οι λόγοι που προέβαλλε στην αναίρεσή της η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το όχημα του οδηγού, από αμέλεια του οποίου έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, με συνέπεια την πρόκληση ζημίας υλικής φύσεως στα οχήματα που συγκρούστηκαν, όπως επίσης και σωματικής βλάβης στους ήδη αναιρεσιβλήτους διαδίκους. Τέλος, παρουσιάζεται η κρίση του δικαστηρίου και αιτιολογείται η απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.


Πραγματικά περιστατικά


Στις 29 Μαρτίου 2008, περίπου στις 02: 20 το πρωί, ο οδηγός ενός ασφαλισμένου Ι.Χ.Ε. οχήματος κινούνταν σε επαρχιακό δρόμο επιστρέφοντας στην οικία του μετά την εργασία του, μαζί με συνάδελφο και φίλη του που επίσης επέβαινε ως συνοδηγός, στο συγκεκριμένο όχημα.[1] Κινούνταν δε, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας από τις τρείς υπάρχουσες και ευδιάκριτες μεταξύ τους, στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη. Το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, οριζόταν στα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα.[2] Σε ορισμένο χιλιομετρικό σημείο, η προαναφερόμενη οδός διασταυρώνεται με ετέρα οδό η οποία κατευθύνεται προς το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Η τελευταία, είναι διπλής κατευθύνσεως και διαθέτει επίσης τρεις λωρίδες κυκλοφορίας που είναι ευδιάκριτες μεταξύ τους, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 90 χιλιόμετρα την ώρα.[3]


Τη συγκεκριμένη νύχτα, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το οδόστρωμα ξηρό και συγχρόνως σε καλή κατάσταση, ο φωτισμός επαρκής, και η κίνηση των οχημάτων περιορισμένη.[4] Να σημειωθεί επίσης, ότι δεν υπήρχαν φυσικά ή τεχνητά εμπόδια τα οποία καθιστούσαν την ορατότητα δυσχερή. Στη δε συμβολή των προαναφερόμενων οδών, η κυκλοφορία ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες που υφίστανται σε αμφότερες τις οδούς και ο οποίοι το συγκεκριμένο βράδυ λειτουργούσαν κανονικά.[5]


Την ίδια χρονική στιγμή, στην οδό που κατευθύνεται προς το αεροδρόμιο και συγκεκριμένα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, κινούνταν ένα ταξί (Δ.Χ.Ε. όχημα) ο οδηγός του οποίου ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος του οχήματος αυτού κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου μαζί με τον έτερο κύριο, νομέα και κάτοχο αυτού.[6] Το παρόν όχημα δε, ήταν ασφαλισμένο σε ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία της οποίας η άδεια λειτουργίας νομίμως είχε ανακληθεί οριστικώς και στη θέση αυτής είχε υπεισέλθει αυτοδικαίως σύμφωνα με ο νόμο, το ν.π.ι.δ. που φέρει την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ». Να σημειωθεί, ότι στο προαναφερόμενο όχημα επέβαινε ένα ετερόφυλο ζευγάρι και μία ακόμα γυναίκα, οι οποίοι επιβιβάσθηκαν από το Σιδηροδρομικό Σταθμό με προορισμό το αεροδρόμιο, έναντι κομίστρου, προκειμένου να αναχωρήσουν για χώρα του εξωτερικού με αεροπορική πτήση.[7]


Όπισθεν του συγκεκριμένου οχήματος και ειδικότερα σε απόσταση 100-150 μέτρων, κινούνταν έτερο ταξί το οποίο μετέφερε φίλους και συγγενείς των επιβατών του πρώτου οχήματος, επίσης στο αεροδρόμιο, ενώ το ίδιο ίσχυε και για τους επιβάτες ενός τρίτου ταξί το οποίο ακολουθούσε τα 2 προπορευόμενα, χωρίς ωστόσο να έχει οπτική επαφή με αυτά.[8]


Ο οδηγός του ταξί, φθάνοντας στη διασταύρωση που προαναφέρθηκε και ενώ κινούνταν με 103 χιλιόμετρα την ώρα, συνέχισε κανονικά την πορεία του, έχοντας ελέγξει προηγουμένως τον φωτεινό σηματοδότη ο οποίος έδειχνε πράσινο φως. Την ίδια χρονική στιγμή, ο έτερος οδηγός του Ι.Χ.Ε., φθάνοντας στη διασταύρωση, συνέχισε κανονικά την πορεία του, αγνοώντας το κόκκινο φως του σηματοδότη.[9] Εξακολούθησε δε να κινείται με την αυξημένη ταχύτητα των 90 χιλιομέτρων περίπου την ώρα, ακόμα και στη συμβολή των οδών και παρά το γεγονός ότι η κυκλοφορία στο εν λόγω σημείο ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, παραβιάζοντας τελικώς τόσο τον ερυθρό σηματοδότη, όσο και την προτεραιότητα του εκ δεξιών διερχομένου ταξί, το οποίο κανονικά και συννόμως εισήλθε στη διασταύρωση.[10] Συγχρόνως, η εν λόγω κατάσταση είχε ως συνέπεια την πλήρη και ολοσχερή απόφραξη της πορείας του τελευταίου οχήματος, εφόσον ο παραβάτης οδηγός διέσχισε κάθετα την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ εισήλθε και στη δεύτερη, προσεγγίζοντας το σημείο όπου υφίστατο διαχωριστική νησίδα. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν υπήρχε περιθώριο για άμεση, έγκαιρη και αποτελεσματική αντίδραση εκ μέρους του έτερου οδηγού, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει σφοδρή σύγκρουση, εφόσον το όχημα αυτό κατέληξε να επιπέσει στο εμπρόσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του έτερου οχήματος.[11] Το τελευταίο δε, εξετράπη της πορείας του, διήνυσε απόσταση 22 μέτρων, προσέκρουσε σε φωτεινό σηματοδότη και τελικώς ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενη οδό η οποία κατευθύνεται από τη Θεσσαλονίκη προς το αεροδρόμιο. Ακολούθησε δε, εκτροπή του έτερου οχήματος προς τα δεξιά συγκριτικά με την πορεία του, διήλθε δε τη διαχωριστική νησίδα, εισήχθη στο αντίθετο ρεύμα και τελικώς διήνυσε απόσταση 25 μέτρων, ενώ ακινητοποιήθηκε τελικώς, παραπλεύρως του μεταλλικού προστατευτικού στηθαίου, στο οποίο και προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του. Ο δε οδηγός του οχήματος αυτού, εκτινάχθηκε εκτός του οχήματος και κατέπεσε στο οδόστρωμα, εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης. Τέλος, να αναφερθεί ότι ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης, τα οχήματα υπέστησαν σοβαρές και εκτεταμένες ζημίες υλικής φύσεως, και καταστράφηκαν ολοσχερώς, όλοι οι επιβαίνοντες ανεξαιρέτως δε, τραυματίσθηκαν σοβαρά.[12]


Υπαιτιότητα βάσει των πραγματικών περιστατικών


Βάσει των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών, κρίθηκε πρωτοβαθμίως εκ μέρους του δικαστηρίου, ότι υπαίτιος για την πρόκληση του εδώ εξεταζόμενου τροχαίου ατυχήματος είναι αποκλειστικώς ο οδηγός του αυτοκινήτου. Γίνεται λόγος δε, περί αμέλειας εκ μέρους του, εφόσον αυτός δεν επέδειξε την απαιτούμενη κατά τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια, την οποία μπορούσε και όφειλε να επιδείξει «ως μέσος συνετός και επιμελής οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις» σύμφωνα τόσο με τους σχετικούς κανόνες νομικής φύσεως, όσο και την κοινή λογική και πείρα.[13] Ειδικότερα, ο οδηγός του αυτοκινήτου, δεν ακινητοποίησε το όχημά του προ του ερυθρού σηματοδότη, όπως όφειλε να πράξει, αλλά συνέχισε την πορεία του με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση με το όχημα του έτερου οδηγού το οποίου κινούνταν νομίμως, έχοντας προηγηθεί έλεγχος, εκ μέρους του οδηγού της πράσινης ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη, εξαιτίας της οποίας δεν ανέκοψε την πορεία του οχήματός του. Να σημειωθεί δε, ότι η ανωτέρω αναφερόμενη παραβατική πράξη, τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθέν τροχαίο ατύχημα.[14] Υφίσταται δε, παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β’, εδ. α’ του Ν. 2696/1999 σύμφωνα με το οποίο «Οι οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο, κατά διάφορο τρόπο. Β) Ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής: Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως. Επίσης υποχρεούται να μην εισέρχεται στον οδικό κόμβο ούτε να κινείται πάνω στις διαβάσεις πεζών, εάν ο σηματοδότης είναι τοποθετημένος στο μέσο ή στην απέναντι πλευρά του κόμβου».[15]


Κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου


Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε, ερειδόμενο στον προειρημένο συλλογισμό, περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε. οχήματος, συμπληρώνοντας παράλληλα ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του ταξί (Δ.Χ.Ε. οχήματος), εφόσον ο τελευταίος εισήλθε νομίμως στη διασταύρωση, έχοντας προηγουμένως ελέγξει την πράσινη ένδειξη του φωτεινή σηματοδότη βάσει της οποίας ήταν καθ’ όλα νόμιμη η συνέχιση της πορείας του οχήματός του.


Κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου


Σημειωτέον ότι, η έφεση αποτελεί ένδικο μέσο «τακτικό, ανασταλτικό και μεταβιβαστικό».[16] Αυτό σημαίνει ότι μέσω αυτής δύναται να προσβληθεί κάθε καταρχήν οριστική απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Επίσης, μέχρι εξαντλήσεως της εφέσεως δεν μπορούν κατά κανόνα να αναπτυχθούν οι συνέπειες της αποφάσεως ενώ επί της εφέσεως δύναται να αποφανθεί σε κάθε περίπτωση δικαστήριο ανώτερο, συγκριτικά με εκείνο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.[17] Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 511 ΚΠολΔ, «με έφεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων», κοινώς όλων των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων που δικάζουν σε πρώτο βαθμό.[18]


Στην εδώ εξεταζόμενη υπόθεση, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της 14ης Δεκεμβρίου 2010 της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του ήδη τετάρτου των αναιρεσειόντων επιβατών, ενώ δέχθηκε την έφεση της 8ης Οκτωβρίου 2013 των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων επιβατών κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, τονίζοντας για μία ακόμα φορά την αμέλεια την οποία επέδειξε ο οδηγός του οχήματος Ι.Χ.Ε. -το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, εφόσον παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη και δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση με το έτερο όχημα που κινούνταν νομίμως και το οποίο είχε εισέλθει στον επίδικο κόμβο, κατόπιν σχετικού ελέγχου του οδηγού του περί της πράσινης ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη.[19]


Η αναίρεση της ασφαλιστικής εταιρείας


Η αναίρεση αποτελεί έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται τελεσίδικη απόφαση, ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενώ συγχρόνως ζητείται η εξαφάνιση αυτής εξαιτίας παραβάσεως κανόνα δικαίου.[20] Να σημειωθεί επίσης, ότι το εδώ εξεταζόμενο ένδικο μέσο, πλήττει αποκλειστικά σφάλματα νομικής φύσεως τα οποία εντοπίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα, «είτε παραβάσεις ουσιαστικών κανόνων δικαίου κατά την κατάστρωση της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού είτε παραβάσεις δικονομικών κανόνων δικαίου κατά τον πορισμό της ελάσσονος προτάσεως ή κατά την ανέλιξη της διαδικασίας».[21]


Καταρχάς, στην παρούσα υπόθεση, έχοντας προηγηθεί η κατάθεση τη αγωγής της 27ης Απριλίου 2009 και ακολούθως, η συνεκδίκαση αυτής μαζί με άλλες αγωγές που ασκήθηκαν στις 6 Οκτωβρίου και 29 Νοεμβρίου 2009 αντίστοιχα, εκδόθηκαν η εν μέρει οριστική 28772/2010 και η οριστική απόφαση 9444/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία, η εν μέρει οριστική 1952/2012, η μη οριστική 1521/2014 και η οριστική απόφαση 342/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.[22] Ζητήθηκε δε εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, η αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως η οποία όντως αναιρέθηκε με την απόφαση 943/2017 του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με διαφορετική σύνθεση για περαιτέρω εκδίκαση και τελικώς εκδόθηκε η απόφαση 483/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζήτησε πάλι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με τη σχετική αίτηση της 28ης Μαΐου 2019.[23]


Η 1η αναίρεση είχε γίνει δεκτή γιατί είχε διαταχθεί εκ μέρους του δικαστηρίου (Εφετείου) η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, προκειμένου να παράσχουν διασαφήσεις σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος. Το δε Εφετείο θεώρησε ότι οι διασαφήσεις και οι ανωμοτί καταθέσεις των διαδίκων συνιστούσαν νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν ορθό.[24] Συνεπώς η αναίρεση έγινε δεκτή για τυπικούς λόγους, ήτοι για παράβαση του αρ. 559 περ. 11 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με το οποίο «αναίρεση επιτρέπεται μόνο: 11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν ή προσκόμισαν». [25]


Στην αναίρεση για την οποία γίνεται λόγος στο παρόν κείμενο και η οποία εκδικάσθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020 με τους αναιρεσιβλήτους να μην παρίστανται και να μην εκπροσωπούνται στο ακροατήριο, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αναφέρει στον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αυτής ότι παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη περί της στοιχειοθετήσεως της αμέλειας του οδηγού του οποίου το όχημα Ι.Χ.Ε. ήταν ασφαλισμένο στη συγκεκριμένη ασφαλιστική εταιρεία, ισχυρισμοί και περιστατικά τα οποία δεν προτάθηκαν και κατά την ίδια συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής των εναγόντων και ήδη των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων.[26] Πιο αναλυτικά, οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν ότι η υπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος βάρυνε αμφοτέρους τους οδηγούς των οχημάτων, οι οποίοι δεν οδηγούσαν τα οχήματά τους αυτά με την απαραίτητη σύνεση και προσοχή, κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα κατά την προσέγγιση της διασταυρώσεως/του οδικού κόμβου όπου συνέβη το ατύχημα, δεν ήλεγξαν για τυχόν διερχόμενα οχήματα, δεν διέκοψαν την πορεία τους, όπως όφειλαν να πράξουν, αλλά αντιθέτως εισήλθαν στη διασταύρωση με αυξημένη ταχύτητα με αποτέλεσμα η (μεταξύ τους) σύγκρουση να είναι αναπόφευκτη.[27] Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν προβλήθηκε ισχυρισμός περί παραβιάσεως του ερυθρού σηματοδότη από κάποιον εξ αυτών, κάτι το οποίο απαραδέκτως γίνεται δεκτό στην εφετειακή απόφαση για τον ασφαλισμένο σε αυτή οδηγό του οχήματος, γεγονός στο οποίο ερείδεται/θεμελιώνεται η αμέλεια την οποία επέδειξε ο συγκεκριμένος οδηγός/το συγκεκριμένο πρόσωπο.


Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής διαπιστώνεται η αλήθεια του ισχυρισμού της αναιρεσειούσας ασφαλιστικής εταιρείας. Παρ’ όλα ταύτα, τα εν λόγω περιστατικά σε καμία περίπτωση δεν μεταβάλλουν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την ιστορική βάση της αγωγής και συνεπώς δεν συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή αυτής. Αντιθέτως, έχουν διευκρινιστικό χαρακτήρα/λειτουργούν διευκρινιστικά ενώ προσδιορίζουν τις λεπτομέρειες και τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε και στοιχειοθετήθηκε η υπαιτιότητα, του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οχήματος, βάσει όσων προέκυψαν κατά την αποδεικτική διαδικασία. Ειδικότερα η αποδιδόμενη στους οδηγούς των οχημάτων αμέλεια οφείλεται σε παραβίαση του αρ. 6§1 περ. β’ Ν.2696/1999, για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω και το οποίο αφορά τη ρύθμιση της κινήσεως των οχημάτων από φωτεινούς σηματοδότες και την υποχρέωση διακοπής της πορείας πρό του ερυθρού σηματοδότη.[28]


Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η απαγόρευση της μεταβολής της βάσης της αγωγής προκύπτει βάσει του αρ. 224 ΚΠολΔ και αφορά την αντικατάσταση τόσο της αρχικής ιστορικής βάσης της αγωγής, όσο και την προσθήκη με τις προτάσεις «νέας αγωγικής βάσεως ή νέας επικουρικής βάσεως ή την μεταβολή της σειράς των περισσότερων βάσεων που ασκούνται επικουρικώς».[29] Συνεπώς, απαγορεύεται για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, η μεταβολή με τις προτάσεις της θεμελίωσης της ευθύνης ενός προσώπου σε δόλο αντί της αρχικής αμέλειας και αντιστρόφως, κάτι το οποίο ασφαλώς δεν συνέβη στην εδώ εξεταζόμενη υπόθεση.[30] Να σημειωθεί ότι γίνεται λόγος περί της απαγόρευσης της μεταβολής αποκλειστικά της ιστορικής και όχι της νομικής βάσεως της αγωγής.[31] Δηλαδή, εάν δεν μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται κατά νόμο η αγωγή, ο εκάστοτε διάδικος δύναται να θεμελιώσει τη νομική βάση της αγωγής σε έτερη νομική διάταξη, χωρίς να υφίσταται ουδείς περιορισμός στην κατεύθυνση αυτή.[32]


Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγιναν δεκτά τα προαναφερόμενα, δεν μετέβαλλε και δη ανεπιτρέπτως την ιστορική βάση της αγωγής περί της υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οχήματος, λόγω της παραβίασης του ερυθρού σηματοδότη.[33] Η δε αμέλεια, συνιστά (μία) αόριστη νομική έννοια, η οποία παραδεκτώς συγκεκριμενοποιείται βάσει των περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, παρά τη μη σύμπτωση σε απόλυτο βαθμό με αυτά αντιστοίχως τα οποία εκτίθενται στην αγωγή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι υφίσταται ριζική μεταβολή της έννοιας της αμέλειας και συγχρόνως δεν προσδίδεται σε αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με εκείνο αντίστοιχα της αγωγής.[34]


Τέλος, τόσο το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν αναφέρθηκαν στο αρ. 6§1 περ. β’ του Ν. 2696/1999 στην αγωγή τους όσο και το ότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα υπήχθησαν αντιστοίχως στη νομική βάση του προαναφερομένου αρ. 6§1 περ. β Ν.2696/1999, δεν αναιρούν όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα.[35] Αυτό συμβαίνει γιατί ο εκάστοτε διάδικος δεν υποχρεούται να επικαλεστεί νομικές διατάξεις στις οποίες ερείδεται/θεμελιώνεται η αγωγή του εφόσον η υπαγωγή στο σχετικό νομικό κανόνα γίνεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Η δε μεταβολή της βάσεως της αγωγής, αφορά τα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσεως και όχι της νομικής βάσεως αυτής.[36]


Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ο οποίος αναλύθηκε ανωτέρω και θεμελιώνεται στο αρ. 559 αρ. 8 εδ. α’ ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο «αναίρεση επιτρέπεται μόνο: 8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης»[37], θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως και συνέβη.[38]


Ακολούθως λαμβάνοντας υπόψη τα άρ. 335 & 338-340 για την απόδειξη και το αρ. 591§1 για τις ειδικές διαδικασίες, διαπιστώνεται ότι το δικαστήριο υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα τα οποία τόσο επικαλούνται όσο και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να είναι απαραίτητη η ειδική μνεία και η διακριτή αξιολόγηση αυτών.[39] Όλα αυτά αποσκοπούν ασφαλώς στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης εκ μέρους του δικαστηρίου, αναφορικώς με την βασιμότητα ή μη των προσβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς την έκβαση της δίκης.[40] Η δε παράβαση της παρούσας/συγκεκριμένης υποχρέωσης, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αρ. 559 αρ. 11 εδ. γ’ ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιούται όχι μόνο σε περίπτωση μη βεβαίωσης εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπέρ και τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και ακολούθως προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και στην περίπτωση που παρά την ύπαρξη της προαναφερομένης βεβαιώσεως, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως με απόλυτη βεβαιότητα ότι όντως ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα. Το παρόν ασφαλώς, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το επικαλούμενο εκ μέρους του διαδίκου πραγματικό περιστατικό επηρεάζει ουσιωδώς την έκβαση της δίκης, εφόσον μόνο ένα τέτοιας φύσεως γεγονός αποτελεί /καθίσταται αντικ. αποδείξεως.[41]


Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται εκ μέρους της αναιρεσείουσας στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αρ. 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ. Ειδικότερα αναφέρεται ότι «δεν καθίσταται αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την μετ’ επικλήσεως, νομίμως προσκομισθείσα από αυτή απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφ. Θεσσαλονίκης».[42] Με την τελευταία δε, κρίθηκε αθώος τελεσίδικα και ήδη αμετάκλητα ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οχήματος για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστησαν οι ήδη 3 πρώτοι αναιρεσίβλητοι και οι οποίες τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το (προκληθέν) τροχαίο ατύχημα.[43] Ειδικότερα, προέκυψε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, όπως όφειλε, το τεκμήριο της αθωότητας του προαναφερόμενου οδηγού και η οποία βασίστηκε σε όμοια επακριβώς / στα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά τα οποία ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν σε υπόθεση αδικοπραξίας η οποία επίσης αφορούσε το ποινικό αδίκημα της σωματικής βλάβης. Ακόμα, δεν υπήρξε καμία αντίκρουση ή αναφορά, όπως επίσης ούτε σχολιασμός, παρά την «ιδιαίτερη αποδεικτική σπουδαιότητα». [44]


Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να αναφερθεί ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τη σχετική ποινική απόφαση. Επομένως, δεν διαπράχθηκε η αναφερόμενη στο αρ. 559 αρ. 11 εδ. γ’ ΚΠολΔ.


Κλείνοντας, όσον αφορά το τεκμήριο αθωότητας για το οποίο έγινε λόγος από την ανερεσείουσα, θα πρέπει να τονιστεί ότι ως συνέπεια της αυτοτέλειας της πολιτικής και ποινικής δικαιοδοσίας, το πολιτικό δικαστήριο όταν καλείται να αποφανθεί περί της τέλεσης αδικήματος αστικής και συγχρόνως ποινικής φύσεως, δεν δεσμεύεται από τυχόν σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου η οποία έχει προηγηθεί. Ειδικά δε εάν υφίσταται αθωωτική απόφαση, το τεκμήριο αθωότητας δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο, υπό την έννοια ότι τυχόν απαλλαγή από την ποινική ευθύνη δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απαλλαγή και από την αστική ευθύνη ακόμη και αν γίνεται λόγος/υφίσταται ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, το πολιτικό δικαστήριο υποχρεούται να παραμείνει αυστηρά εντός των ορίων της πολ. Δίκης και να μην προβαίνει σε κρίσεις και χαρακτηρισμούς αναφορικά με το ποινικό αδίκημα, η απόφανση επί του οποίου αποτελεί αρμοδιότητα του ποινικού δικαστηρίου.


Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως βάσει των προαναφερομένων, απερρίφθη ως αβάσιμος.[45]


Έτσι, ως απότοκο των ανωτέρω εκτεθειμένων πραγματικών περιστατικών και συλλογισμών, η αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη ενώ διατάχθηκε η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στο δημόσιο ταμείο, βάσει του αρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ. Εξαιτίας δε, της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν περιλήφθηκε στην εδώ εξεταζόμενη απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας.[46]


Επίλογος-συμπεράσματα


Κλείνοντας, στην παρούσα υπόθεση στοιχειοθετείται αμέλεια του οδηγού του οχήματος το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, για την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο οφείλεται τόσο η υλική ζημία των οχημάτων που συγκρούσθηκαν, όσο και οι σωματικές βλάβες των επιβατών. Όσον αφορά δε του λόγους στους οποίους στήριξε την αναίρεσή της η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, θα πρέπει να αναφερθεί ότι έγινε δεκτό πως δεν υφίσταται μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία ως γνωστόν δεν είναι επιτρεπτή, βάσει και του αρ. 224 ΚΠολΔ. Σε σχέση δε με το τεκμήριο αθωότητας, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η απαλλαγή από την ποινική δεν συνεπάγεται αυτομάτως (απαλλαγή) και από την αστική ευθύνη του υπαιτίου για την πρόκληση του ατυχήματος προσώπου, ακόμη και αν πρόκειται για ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, οι παρόντες λόγοι αναιρέσεως δεν έγιναν δεκτοί, και συνεπώς αυτή απερρίφθη.


Βιβλιογραφία


Κεραμεύς Κ. Δ. (2007) Ένδικα μέσα. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλας, Δ’ Έκδοση, σελ. 57.


Νίκας Νικόλαος Θ. (2018) Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλας, σελ. 368, Γ’ Έκδοση.



Νομολογία


Απόφαση 943/2017, Άρειος Πάγος, Δ’ Πολιτικές [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=EL5WOUKMVHAXZAIF7K03RJMVU9UK6H&apof=943_2017&info=%D0%CF%CB%C9%D4%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C4 (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022)


Απόφαση 83/2021 ΑΠ [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://lawdb.intrasoftnet.com/nomos/3_nomologia_rs_sub.php (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022)



Πρωτογενείς πηγές-Νομοθεσία


Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ΦΕΚ Α. 57 (1999) Ν. 2696 «Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας». Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, file:///C:/Users/user/Downloads/document%20(5).pdf (τελευταία πρόσβαση 13/02/2022)



Άρθρο 511-Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/kpold/arthro-511-kodikas-politikis-dikonomias?lspt_destination=upgrade (τελευταία πρόσβαση 13/02/2022)



Άρθρο 559-Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/kpold/arthro-559-kodikas-politikis-dikonomias?lspt_destination=upgrade (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022)

[1]Απόφαση 83/2021 ΑΠ [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://lawdb.intrasoftnet.com/nomos/3_nomologia_rs_sub.php (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [2]Οπ.π. [3]Οπ. π. [4]Οπ. π. [5]Οπ. π. [6]Οπ. π. [7]Οπ. π. [8]Οπ. π. [9]Οπ. π. [10]Οπ. π. [11]Οπ. π. [12]Οπ. π. [13]Οπ. π. [14]Οπ. π. [15]Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ΦΕΚ Α. 57 (1999) Ν. 2696 «Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας». Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, file:///C:/Users/user/Downloads/document%20(5).pdf (τελευταία πρόσβαση 13/02/2022) [16]Κεραμεύς Κ. Δ. (2007) Ένδικα μέσα. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλας, Δ’ Έκδοση, σελ. 57. [17]Οπ. π. [18]Όπ. π., σελ. 61, Άρθρο 511-Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/kpold/arthro-511-kodikas-politikis-dikonomias?lspt_destination=upgrade (τελευταία πρόσβαση 13/02/2022) [19]Απόφαση 83/2021 ΑΠ [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://lawdb.intrasoftnet.com/nomos/3_nomologia_rs_sub.php (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [20]Κεραμεύς Κ. Δ. (2007) Ένδικα μέσα. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλας, Δ’ Έκδοση, σελ. 101. [21]Οπ. π., σελ. 101-102. [22]Απόφαση 83/2021 ΑΠ [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://lawdb.intrasoftnet.com/nomos/3_nomologia_rs_sub.php (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [23]Οπ. π. [24]Απόφαση 943/2017, Άρειος Πάγος, Δ’ Πολιτικές [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=EL5WOUKMVHAXZAIF7K03RJMVU9UK6H&apof=943_2017&info=%D0%CF%CB%C9%D4%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C4 (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [25]Άρθρο 559-Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/kpold/arthro-559-kodikas-politikis-dikonomias?lspt_destination=upgrade (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [26]Απόφαση 83/2021 ΑΠ [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://lawdb.intrasoftnet.com/nomos/3_nomologia_rs_sub.php (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [27]Οπ. π. [28]Οπ. π. [29]Νίκας Νικόλαος Θ. (2018) Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας. Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλας, σελ. 368, Γ’ Έκδοση. [30]Οπ. π. [31]Οπ. π. [32]Οπ. π. [33]Απόφαση 83/2021 ΑΠ [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://lawdb.intrasoftnet.com/nomos/3_nomologia_rs_sub.php (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [34]Οπ. π. [35]Οπ. π. [36]Οπ. π. [37]Άρθρο 559-Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.lawspot.gr/nomikes-plirofories/nomothesia/kpold/arthro-559-kodikas-politikis-dikonomias?lspt_destination=upgrade (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [38]Απόφαση 83/2021 ΑΠ [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://lawdb.intrasoftnet.com/nomos/3_nomologia_rs_sub.php (τελευταία πρόσβαση 14/02/2022) [39]Οπ. π. [40]Οπ. π. [41]Οπ. π. [42]Οπ. π. [43]Οπ. π. [44]Οπ. π. [45]Οπ. π. [46]Οπ. π.


Πηγή εικόνας:

https://www.google.com/url?sa=i&url=https%3A%2F%2Fwww.ethnos.gr%2Fgreece%2Farticle%2F175181%2Fareiospagosfrenostoaytoforogiatronkaiekpaideytikonapomhnyseisantiemboliaston&psig=AOvVaw3qWzl0O1NkzbMEb_p6CoNn&ust=1644969232464000&source=images&cd=vfe&ved=0CAgQjRxqFwoTCKDEztOygPYCFQAAAAAdAAAAABAD

103 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων