• Δήμητρα Καπρούλια

Θρησκευτική ελευθερία και επιχειρηματική ελευθερία:

Η επίλυση των συγκρούσεων μέσα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης


📝Άρθρο της Δήμητρας Καπρούλια, προπτυχιακής φοιτήτριας της Νομικής ΕΚΠΑ



Διαρκώς, στη νομική θεωρία και πράξη αναφύονται ζητήματα σύγκρουσης θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία επιλύονται πρωτίστως επί τη βάση της πρακτικής εναρμόνισης, ήτοι την προσπάθεια συγκερασμού των αντιτιθέμενων περιπτώσεων και την επίτευξη του μέγιστου δυνατού αποτελέσματος, προς ικανοποίηση αμφότερων των δικαιωμάτων. Η επιλογή της πρακτικής εναρμόνισης συμπορεύεται με τον εκατέρωθεν περιορισμό των δικαιωμάτων, κατά το μέτρο, που ο εν λόγω περιορισμός δεν είναι υπέρμετρος και δε θίγει τα δικαιώματα στον πυρήνα τους. Δύο δικαιώματα, η σύγκρουση των οποίων απαντάται συχνά στην πράξη και μάλιστα απασχόλησαν πρόσφατα τη νομολογία του ΔΕΕ, είναι αφενός η θρησκευτική ελευθερία και αφετέρου η οικονομική ελευθερία, πτυχή της οποίας συνιστά η επιχειρηματική ελευθερία.


Αμφότερα τα δικαιώματα κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, αλλά και σε δεσμευτικά κείμενα υπερεθνικά, με αυξημένη νομική ισχύ. Η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος, αλλά και -σε υπερεθνικό επίπεδο- στο άρθρο 10, παράγραφος 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και στο άρθρο 9 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου[1]. Φορείς του εν λόγω δικαιώματος είναι ως επί το πλείστον τα φυσικά πρόσωπα, αλλά και τα νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, θρησκευτικού χαρακτήρα[2]. Η λακωνική και ανεπιφύλακτη διατύπωση του άρθρου 13 του Συντάγματος περί του απαραβίαστου της θρησκευτικής ελευθερίας, προκάλεσε αρχικά σε νομολογία και θεωρία ερμηνευτικές δυσχέρειες, καθότι, όσο πιο περιεκτική είναι η διατύπωση μίας συνταγματικής διάταξης, τόσο περισσότερα ερωτηματικά δημιουργεί. Ωστόσο, πλεόν, αρκετά από αυτά έχουν απαντηθεί, με τις περισσότερες εκφάνσεις του εν λόγω δικαιώματος να είναι ως επί το πλείστον κοινώς παραδεκτές. Από τις σημαντικότερες εκφάνσεις της θρησκευτικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του προσώπου να δηλώνει μέσω της χρήσης (ή και αμφίεσης) θρησκευτικών συμβόλων τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις[3].


Αντίστοιχα η οικονομική ελευθερία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 του Συντάγματος και στα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Σύμβασης δεν υφίστανται αυτοτελείς διατάξεις ως προς την οικονομική ελευθερία, αλλά η προστασία της συνάγεται από συναφείς διατάξεις της Σύμβασης και διαπλάθεται νομολογιακά, με δυναμική ερμηνεία, όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί ad hoc επί ενός σχετικού πραγματικού περιστατικού[4]. Φορείς του δικαιώματος και σε αυτή την περίπτωση είναι τόσο φυσικά, όσο και νομικά πρόσωπα. Η διάταξη περί οικονομικής ελευθερίας του άρθρου 5, παράγραφος 1 του Συντάγματος καταλείπει μεγαλύτερα περιθώρια κατανόησης στον ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου από το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Χαρακτηριστικότερη έκφανση της οικονομικής ελευθερίας συνιστά η ελευθερία ίδρυσης και εκμετάλλευσης μίας επιχείρησης (και συνακόλουθα η διοίκησή της) υπό τους περιορισμούς, που προβλέπουν οι νόμοι και το Σύνταγμα.


Επί τη βάση της ως άνω ανάλυσης, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απασχόλησαν δύο υποθέσεις, που αφορούσαν ακριβώς τον περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας έναντι της επιχειρηματικής ελευθερίας. Συγκεκριμένα, δύο πρόσωπα, τα οποία εργάζονταν σε επιχειρήσεις με αντικείμενο, αφενός την παροχή υπηρεσιών προς το ευρύ κοινό και αφετέρου την επαφή και διαπαιδαγώγηση παιδιών, άρχισαν, μετά την πρόσληψή τους στην επιχείρηση, να φορούν μαντίλα, παρά τον εσωτερικό κανόνα της επιχείρησης, που απαγόρευε την επίδειξη οποιουδήποτε θρησκευτικού συμβόλου. Σκοπός του επιχειρησιακού κανόνα και στις δύο περιπτώσεις ήταν η επίτευξη και διατήρηση θρησκευτικής ουδετερότητας στην επιχείρηση, ειδικά εφόσον οι εργαζόμενοι αυτής έρχονταν σε διαρκή επαφή με τρίτα πρόσωπα, τα οποία είχαν στηρίξει την εμπιστοσύνη τους στην ουδετερότητα των επιχειρήσεων. Μετά από δικαστικούς μαραθωνίους, οι εν λόγω υποθέσεις έφτασαν σε ανώτερα δικαστήρια της Γερμανίας, τα οποία και υπέβαλαν προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ένωσης, επιθυμώντας διευκρινίσεις αναφορικά με διατάξεις της οδηγίας 2000/78 περί της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων.


Η εν λόγω οδηγία θέσπισε ένα γενικό πλαίσιο, με απώτερο στόχο να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση στους διαφόρους εργασιακούς χώρους, ανεξαρτήτως θρησκευτικών, πολιτικών πεποιθήσεων, ηλικίας κλπ.[5] Η βασική κατεύθυνση της έγκειται στην κατάργηση οποιασδήποτε άμεσης ή έμμεσης διάκρισης στον εργασιακό χώρο και την εξασφάλιση ενός υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η οδηγία στις έμμεσες διακρίσεις, στην περίπτωση επιχειρησιακών κανόνων, που φαινομενικά υπηρετούν την ουδετερότητα της επιχείρησης, οδηγούν, ωστόσο, σε διαιώνιση μειονεκτικών πρακτικών έναντι ορισμένων εργαζομένων. Καταλείπει, ωστόσο, στο πλαίσιο της οικονομικής ελευθερίας, τη δυνατότητα να προβλεφθούν κανόνες σε μία επιχείρηση, που να περιορίζουν μεν δικαιώματα των εργαζομένων, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, πως ο εν λόγω περιορισμός είναι απολύτως αναγκαίος για την προστασία έτερων δικαιωμάτων ή υπηρετείται ένας θεμιτός στόχος της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή της αναλογικότητας χρησιμοποιείται ως πυξίδα για τον κάθε περιορισμό και προτάσσονται συγκεκριμένες εξαιρέσεις από τις κατευθύνσεις της οδηγίας[6].


Στις ως άνω υποθέσεις, τα δικαστήρια είχαν να αντιμετωπίσουν την περίπτωση δύο εργαζομένων, που τους ζητήθηκε η αφαίρεση των διακριτών θρησκευτικών συμβόλων, που επεδείκνυαν, ήτοι της μουσουλμανικής μαντίλας. Οι εργοδότες και στις δύο περιπτώσεις επικαλέστηκαν την ανάγκη ουδετερότητας της επιχείρησής τους και ανέφεραν προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους αντίστοιχα παρελθοντικά περιστατικά, στα οποία ζήτησαν από άλλους εργαζομένους τους την αφαίρεση θρησκευτικών συμβόλων που έφεραν επάνω τους. Η κυριότερη δυσχέρεια των δικαστηρίων έγκειτο στο κατά πόσο ένας εσωτερικός επιχειρησιακός κανόνας, που απαγορεύει στους εργαζομένους να επιδεικνύουν ή να φέρουν γενικότερα διακριτά θρησκευτικά σύμβολα ή αντικείμενα, συνιστά άμεση ή έμμεση διάκριση, όπως αυτή περιγράφεται στην οδηγία του 2000. Περαιτέρω ζήτησαν διευκρινίσεις σχετικά με το επιτρεπτό μίας τέτοιας διαφορετικής μεταχείρισης, αλλά και τις προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν, ώστε αυτή η μεταχείριση να μην οδηγεί σε δυσβάσταχτο περιορισμό του δικαιώματος των εργαζομένων της επιχείρησης.


Το Δικαστήριο επικαλέστηκε στην απόφασή του την πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία δεν υφίσταται άμεση διάκριση, εφόσον ο επιχειρησιακός κανόνας αφορά και καταλαμβάνει γενικά, αφηρημένα και αδιακρίτως κάθε εκδήλωση θρησκευτικής συνείδησης ή πολιτικής πεποίθησης εκ μέρους των εργαζομένων, εξασφαλίζοντας έτσι την ίση μεταχείριση κατά τρόπο ανάστροφο, δηλαδή επί τη βάση του περιορισμού. Καίτοι ο εν λόγω περιορισμός τυγχάνει να προκαλεί δυσαρέσκεια στους εργαζομένους, δεν υφίσταται ζήτημα διάκρισης, εφόσον όλοι οι εργαζόμενοι υπόκεινται από κοινού στον εν λόγω περιορισμό. Υπέρ του περιορισμού του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας των θιγόμενων προσώπων συνέβαλε προγενέστερη πρακτική των εργοδοτών, που, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ουδετερότητας, εφάρμοσαν την ως άνω απαγόρευση και σε υπαλλήλους, που έφεραν θρησκευτικά σύμβολα διαφορετικής θρησκείας.


Ως προς το ζήτημα της διαφορετικής μεταχείρισης και των προϋποθέσεων περιορισμού του δικαιώματος των εργαζομένων, το Δικαστήριο προέβαλε την ανάγκη ουδετερότητας έναντι των πελατών και την έννοια του θεμιτού σκοπού, την οποία και εξειδίκευσε. Θεμιτός σκοπός και ουδετερότητα μπορούν να συμβαδίζουν, εφόσον υφίσταται, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, πραγματική ανάγκη της επιχείρησης προς ουδετερότητα, λόγω των υπηρεσιών που παρέχει, αλλά και άμεσο συμφέρον του εργοδότη, κυρίως οικονομικό, ιδίως όταν αυτός θίγεται υπέρμετρα. Περαιτέρω, οι όποιοι περιορισμοί οφείλουν να ανταποκρίνονται στην καταλληλότητα για την επίτευξη του σκοπού της ουδετερότητας, χωρίς να θίγουν υπέρμετρα το δικαίωμα των εργαζομένων ή να κατευθύνονται στον πυρήνα του δικαιώματος, αλλά να είναι και stricto sensu αναλογικοί. Θεμιτοί στόχοι της επιχείρησης σχετιζόμενοι με την ουδετερότητα είναι κατά την διατύπωση του Δικαστηρίου “η πρόληψη κοινωνικών αντιπαραθέσεων και η ουδετερότητας της εικόνας του εργοδότη”[7].


Η απόφαση του Δικαστηρίου στηρίζεται στη γενική θεωρία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που θέλει αρχικώς την εξισορρόπηση έναντι του περιορισμού, αναγνωρίζοντας, πως κανένα δικαίωμα δεν πρέπει να υποχωρεί ολοκληρωτικά έναντι ενός άλλου. Σε κάθε περίπτωση η στάθμιση, όσο δυσχερής και αν εμφανίζεται, οφείλει να αποσκοπεί στην ικανοποίηση των αντιτιθέμενων δικαιωμάτων και ο εκάστοτε περιορισμός να μην εκμηδενίζει την κανονιστική εμβέλεια των δικαιωμάτων. Στις ως άνω υποθέσεις, από τη σύγκρουση της θρησκευτικής ελευθερίας και της οικονομικής ελευθερίας, διαφαίνεται η πρόταξη της οικονομικής ελευθερίας έναντι του δικαιώματος εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων, η οποία στηρίζεται σε ένα υπέρτερο συμφέρον της επιχείρησης. Ωστόσο, είναι σημαντικό να τονισθεί, πως η υποχώρηση της θρησκευτικής ελευθερίας εμφανίζεται ελαττωμένη, ενόψει της ισότητας των περιορισμών στους εργαζομένους. Ο επιχειρησιακός κανόνας της ουδετερότητας ήταν εξαρχής γνωστός στους εργαζομένους, έγινε σιωπηρά αποδεκτός από αυτούς κατά την ανάληψη της εργασίας τους στις εν λόγω επιχειρήσεις και καταλάμβανε το σύνολο των προσώπων, δίχως να υφίστανται διακρίσεις. Εξ αυτού του λόγου μπορεί να υποστηριχθεί, πως η ισότητα στον περιορισμό λειτουργεί εξισορροπητικά.


Διαφαίνεται από την εν λόγω απόφαση, ότι η τριάδα της αναλογικότητας κατέχει εξέχουσα θέση σε κάθε περίπτωση σύγκρουσης και υπό αυτό το πρίσμα οφείλουν τα εθνικά δικαστήρια να αντιμετωπίζουν τις υποθέσεις, που επιλαμβάνονται. Το εκάστοτε εθνικό δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε προσεκτική και δίκαιη εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων δικαιωμάτων και να επιβάλλει περιορισμούς, αποκλειστικά και μόνο στο μέτρο, που αυτό κρίνεται απολύτως απαραίτητο, αναγκαίο, κατάλληλο και αναλογικό. Η εν λόγω εκτίμηση του Δικαστηρίου καταλείπει πλήρως στα κράτη την αρμοδιότητα να επιλαμβάνονται των συγκρούσεων, λαμβάνοντας υπόψιν την εθνική νομοθεσία, αλλά και τις ευνοϊκότερες διατάξεις, που αφορούν τα θεμελιώδη δικαιώματα.




Βιβλιογραφία

[1] Στράγγα- Ηλιοπούλου, Τζούλια, Κώδικας Ατομικών και Κοινωνικών Δικαιωμάτων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ. 169 [2] Βλαχόπουλος, Σπύρος, Θεμελιώδη Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ 267-268 [3] Δαγτόγλου, Πρόδρομος, Ατομικά Δικαιώματα, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 313 [4] Βλαχοπουλος, ο.π., σελ. 353 [5] European Union Official Website, Ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία, Διαθέσιμο εδώ [6] Επίσημη ιστοσελίδα του Δικαστηρίου της Ε.Ε., Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-804/18 και C-341/19 WABE και MH Müller Handel , Διαθέσιμο εδώ [7] Επίσημη ιστοσελίδα του Δικαστηρίου της Ε.Ε., Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-804/18 και C-341/19 WABE και MH Müller Handel , Διαθέσιμο εδώ


Η φωτογραφία εξωφύλλου αντλήθηκε από: Diversitywomen


103 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων