• Just in Case

Καλή πίστη και υποχρέωση πίστης στο ιδιωτικό δίκαιο

Έγινε ενημέρωση: 7 Μαΐ 2021

📝Άρθρο της Αγγελικής Ζωγράφου, προπτυχιακής φοιτήτριας της Νομικής Σχολής Αθηνών


Η έννοια της «πίστεως» δεν είναι άγνωστη σε κανέναν κλάδο του δικαίου. Αντιθέτως, αρχή θεμελιώδους και οικουμενικού χαρακτήρα αποτελεί η καλή πίστη. Από το δημόσιο, καθώς είναι συνταγματικής περιωπής, μέχρι το ιδιωτικό και το δικονομικό δίκαιο, διαπερνά ολόκληρο το δικαιικό σύστημα επιτελώντας πλείονες σε κάθε κλάδο λειτουργίες.


Ειδικότερα στο αστικό δίκαιο, η καλή πίστη ορίζεται ως η ευθύτητα, εντιμότητα και ειλικρίνεια που πρέπει να τηρεί κανείς στις συναλλαγές του και γενικότερα στην κοινωνική συμβίωση, όπως έχει διαπλαστεί και νομολογιακά. Στη γενική αυτή ρήτρα μόνο ένας τόσο γενικός ορισμός μπορεί να δοθεί, πράγμα που της επιτρέπει να συγκεκριμενοποιείται κάθε φορά, διότι διέπει κατεξοχήν τις ενοχικές σχέσεις αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές. Έτσι, καταλαμβάνει και τις εμπράγματες, οικογενειακές και κληρονομικές αξιώσεις. Επιπλέον, διαπερνά όλα τα στάδια μιας σύμβασης, από εκείνο των διαπραγματεύσεων (ΑΚ 197), της ερμηνείας της σύμβασης (ΑΚ 200), της άσκησης των δικαιωμάτων (ΑΚ 281) έως της εκπλήρωσης των παροχών (ΑΚ 288).


Από τη διάκριση της καλής πίστης σε αντικειμενική και υποκειμενική, υπόψη λαμβάνεται η πρώτη, που έχει την ανωτέρω έννοια. Άρα, η πεποίθηση ενός ατόμου ότι η συμπεριφορά του είναι σύννομη, υπό το πρίσμα της ενδιάθετης, εσωτερικής του κατάστασης, δεν ενδιαφέρει νομικά. Αυτό δικαιολογείται και από τον ίδιο τον σκοπό της καλής πίστης, που είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων, η άμβλυνση των αδικιών και εν τέλει η εμπέδωση ομαλότητας στην κοινωνική συμβίωση. Κατά συνέπεια, απαγορεύει καταχρηστικές συμπεριφορές ή ερμηνεύει τις ενοχές κατά τρόπο αντίθετο σε τέτοιες και νοηματοδοτεί τυχόν ασάφειες.


Στον χώρο του εταιρικού δικαίου, από την άλλη πλευρά, απαντάται μια θεμελιώδους χαρακτήρα υποχρέωση, η οποία έχει υποστηριχθεί πως αποτελεί ειδικό περιεχόμενο της καλής πίστης ή απόρροια αυτής. Πρόκειται για την υποχρέωση πίστης. Εκ πρώτης όψεως, οι δυο έννοιες προσιδιάζουν η μια στην άλλη, η ταύτισή τους όμως δεν κρίνεται ορθή.


Η υποχρέωση πίστης δεσμεύει τόσο τους εταίρους των προσωπικών εταιρειών, ιδίως τους διαχειριστές εταίρους, όσο και το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας στον χώρο των κεφαλαιουχικών. Το περιεχόμενό της είναι καθορισμένο και διττό: αφενός θετικό, με την έννοια ότι οι εταίροι ή τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αντίστοιχα, σε κάθε εταιρική μορφή οφείλουν να προωθούν με όλες τους τις δυνάμεις τον εταιρικό σκοπό, αφετέρου αρνητικό, δηλαδή ως υποχρέωση να παραλείπουν κάθε βλαπτική για τα συμφέροντα της εταιρείας ενέργεια υπέρ των ιδίων ή τρίτων προσώπων. Εκ του παραπάνω ορισμού προκύπτει πως η υποχρέωση πίστης λαμβάνει ποικίλες εκφάνσεις, οι οποίες κυρίως καθορίζονται από τον νόμο (άρθρα 97 και 98 του νόμου 4548/2018 για την ανώνυμη εταιρεία, άρθρα 741 και 747 ΑΚ για την εταιρεία του αστικού κώδικα με ανάλογη εφαρμογή και στην ομόρρυθμη εταιρεία). Συνεπώς, οι εταίροι και τα μέλη της διοίκησης υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να μην προωθούν προσωπικά τους συμφέροντα σε βάρος των εταιρικών, να αποκαλύπτουν τυχόν υπάρχουσα ή δυνητική σύγκρουση συμφερόντων εκ του διαχειριστικού ρόλου τους στην εταιρεία κι όταν διαπιστώνεται αυτή η σύγκρουση να μην λαμβάνουν μέρος στην ψηφοφορία, να τηρούν εχεμύθεια, να μην προβαίνουν σε πράξεις ανταγωνισμού.


Το δογματικό θεμέλιο των παραπάνω καθηκόντων πρέπει να αναζητηθεί στη σχέση εμπιστοσύνης που συνδέει τους εταίρους με την ομόρρυθμη ή αστική εταιρεία και το διοικητικό συμβούλιο με την ανώνυμη. Στην πρώτη περίπτωση οι εταίροι ευθύνονται παράλληλα με την εταιρεία με την δική τους προσωπική περιουσία, άρα, εάν ένας εξ αυτών προβεί σε πράξη ανταγωνιστική, αντίθετη προς την υποχρέωση πίστης του, τότε υφίστανται εξίσου τη ζημία και οι συνεταίροι του. Μια ένωση όπως η προσωπική εταιρεία δεν μπορεί να αναπτύσσεται και να προάγει τους σκοπούς της στη βάση της καχυποψίας για τυχόν καταχρηστική συμπεριφορά κάποιου συνεταίρου. Γι’ αυτό, η υποχρέωση πίστης, με τις έννομες συνέπειες που επισύρει επί παραβίασής της, λειτουργεί ως εγγύηση φερεγγυότητας και εξασφαλίζει τους εταίρους που έχουν εμπιστευτεί την περιουσία τους όχι μόνο στην εταιρεία, αλλά και στις πράξεις των συνεταίρων τους.


Από την άλλη, στη δεύτερη περίπτωση η εμπιστοσύνη μεταξύ του διοικητικού συμβουλίου και της ανώνυμης εταιρείας κατ’ ουσίαν έχει ως θεμέλιο την αρμοδιότητα του ΔΣ να διαχειρίζεται ξένη περιουσία, δηλαδή την εταιρική. Έμμεσοι ιδιοκτήτες αυτής είναι οι μέτοχοι, που όμως αδυνατούν να ασκούν συνεχή και διεξοδικό έλεγχο για τυχόν καταχρηστικές ενέργειες στη διοίκηση, η οποία εκ των πραγμάτων διαθέτει το πληροφοριακό προβάδισμα έναντι των εταιρικών υποθέσεων. Έτσι, πρέπει να υπάρχει μια βάση εμπιστοσύνης ότι πάντοτε είναι το εταιρικό συμφέρον η προτεραιότητα.


Όπως καθίσταται φανερό, η διάκριση μεταξύ καλής πίστης και υποχρέωσης πίστης εντοπίζεται σε ορισμένα βασικά σημεία. Οι δύο τους έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και υπόβαθρο. Η μεν καλή πίστη επιτελεί λειτουργία διορθωτική, συμπληρώνει κενά και συνιστά γενικότερα τρόπο ερμηνείας της ενοχής, η οποία όμως είναι ήδη γεννημένη. Αντιθέτως, το καθήκον πίστης δεν αποτελεί ερμηνευτικό κριτήριο, δεν συμπληρώνει ήδη υφιστάμενες από κάποια άλλη αιτία υποχρεώσεις, αλλά τις δημιουργεί πρωτογενώς. Επιπροσθέτως, σε μια συμβατική σχέση ενοχικής φύσης διέπονται από την καλή πίστη τα αντικρουόμενα συμφέροντα των συμβαλλομένων μερών, δηλαδή δύο αντίθετες μεταξύ τους δηλώσεις βουλήσεως, που έχουν όμως κοινό δικαιοπρακτικό αποτέλεσμα. Στο εταιρικό δίκαιο, οι εταίροι ή το διοικητικό συμβούλιο κατατείνουν στον ίδιο σκοπό με την εταιρεία: η εταιρική σχέση δεν έχει απλώς ενοχικό, ανταλλακτικό χαρακτήρα. Έτσι, η υποχρέωση πίστης δεν έχει τη λειτουργία εξισορρόπησης αντικρουόμενων συμφερόντων, αλλά την προώθηση ξένων συμφερόντων. Τον κίνδυνο, δε, στην εταιρική σχέση φέρουν και τα δύο μέρη, κατ’ αντιδιαστολή προς την ενοχική.

Συνάγεται, λοιπόν, ότι η υποχρέωση πίστης είναι πιο «άτεγκτη» από την καλή πίστη, υπό την έννοια ότι η πρώτη προωθεί και προστατεύει μόνο το εταιρικό συμφέρον, χωρίς ποτέ να το εξισορροπεί με εκείνο των εταίρων ή της διοίκησης. Από την άλλη, η καλή πίστη ισοσταθμίζει τα συμφέροντα των αντισυμβαλλομένων δημιουργώντας πιο δίκαιους όρους στη σύμβαση, όταν αυτοί εκλείπουν. Κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το ότι οι εταίροι και το διοικητικό συμβούλιο αντίστοιχα, έχουν επιφορτιστεί με το οργανικό καθήκον προαγωγής του εταιρικού σκοπού, ενώ σε μια ενοχική σχέση το κάθε μέρος εύλογα προωθεί τα προσωπικά του συμφέροντα. Άκρο όριο συνιστά η καταχρηστικότητα, την οποία ακριβώς καλείται να διορθώσει η καλή πίστη.


Από τον χώρο του εταιρικού δικαίου θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως εννοιολογικά πιο κοντά στην καλή πίστη βρίσκεται η «υποχρέωση πίστης» των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας. Εκ πρώτης όψεως ένα τέτοιο καθήκον είναι ασυμβίβαστο με την μετοχική ιδιότητα, την ουσία της οποίας αποτελεί ακριβώς η έλλειψη υποχρεώσεων. Ωστόσο, η υποχρέωση αφορά μόνο τους μετόχους εκείνους που ασκούν επιρροή στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης λόγω της σημαντικής συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο και έχει την έννοια της απαγόρευσης καταχρηστικότητας από μέρους τους. Συνεπώς, το περιεχόμενό της συνίσταται αφενός στην απαγόρευση άσκησης διοίκησης με γνώμονα προσωπικά οφέλη προς βλάβη των λοιπών μετόχων και της ΑΕ, και αφετέρου στην απαγόρευση άσκησης επιρροής στο διοικητικό συμβούλιο με αρνητικά για την εταιρεία αποτελέσματα. Βέβαια, η ένταση του καθήκοντος πίστης των μετόχων είναι πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη του ΔΣ.




Βιβλιογραφία:

- Γεωργιάδης Σ. Απόστολος, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, 4η έκδοση, Αθήνα 2012.

- Ρόκας Κ. Νικόλαος, Εμπορικές Εταιρίες, 9η έκδοση, 2019.

- Σωτηρόπουλος Γεώργιος, Δίκαιο Ανώνυμης Εταιρίας, έκδοση 2020.


Πηγή εικόνας: https://i.pinimg.com/originals/54/55/6a/54556ac69d493fe2f03682254d9e09cb.png



230 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων