top of page
  • Ιωάννης Καραμιτσάνης

Νομική φύση της σύμβασης ιατρικής αγωγής

📝 Άρθρο του Ιωάννη Καραμιτσάνη, προπτυχιακού φοιτητή της Νομικής ΕΚΠΑ



Η νομική φύση της σύμβασης ιατρικής αγωγής είναι ένα από τα κυριότερα ζητήματα στο ιατρικό δίκαιο. Έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις επί του θέματος, η κάθε μια από τις οποίες έχει διαφορετικά αποτελέσματα για τα μέρη ως προς τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και το βάρος της ευθύνης.


Η σύμβαση ιατρικής αγωγής δεν προβλέπεται ως ειδικός συμβατικός τύπος στον ελληνικό Αστικό Κώδικα. Γι’ αυτό το λόγο, επικρατεί διχογνωμία ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό της. Αναντίλεκτα αποτελεί μια υποσχετική, άτυπη, επαχθή, αμφοτεροβαρή, διαρκή ή στιγμιαία σύμβαση.[1] 


Πρωτίστως, έχει αποκλεισθεί ο παλαιότερος ισχυρισμός περί σύμβασης εντολής, καθότι ο ιατρός είναι επαγγελματίας και εισπράττει αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών του, ενώ η έλλειψη αμοιβής είναι θεμελιώδες στοιχείο της σύμβασης εντολής. Αλλά ακόμα και αν κάποιος ιατρός δεν λάβει αμοιβή, η παροχή των υπηρεσιών του γίνεται εντός του πλαισίου της επαγγελματικής του δραστηριότητας και όχι κατά την εκτέλεση άλλης σύμβασης π.χ. δωρεάς ή στο πλαίσιο σχέσης φιλοφρόνησης. Μάλιστα η σχέση φιλοφρόνησης δεν μπορεί ποτέ να γίνει δεκτή μεταξύ ιατρού και ασθενούς κατά την παροχή υπηρεσιών και συμβουλών από τον πρώτο, διότι έτσι ελλείπει ή μειώνεται η ευθύνη που κανονικά υπέχει ο ιατρός.[2] 


Σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς όταν ένας ιατρός δεν λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες του, θεωρείται ότι παράλληλα με τη σύμβαση ιατρικής αγωγής έχει συναφθεί και σύμβαση άφεσης χρέους.[3] Κατά την Φουντεδάκη μάλιστα παράλληλη με τη σύμβαση ιατρικής αγωγής, σύμβαση άφεσης χρέους συνάπτεται, όταν ένας ιατρός παρέχει τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς στους συναδέλφους του και στους συγγενείς τους προς τους οποίους έχει νόμιμη υποχρέωση και προς τους φοιτητές ιατρικής κατά το άρθρο 19 παρ. 3 ΚΙΔ.[4]


Η βασική διχογνωμία που έχει απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία σχετικά με τη φύση της σύμβασης ιατρικής αγωγής ανακύπτει μεταξύ του χαρακτηρισμού της ως σύμβασης έργου ή ως σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Η σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάγεται στη σύμβαση εργασίας και διέπεται από τις διατάξεις 648-680 ΑΚ, εκτός εκείνων που αφορούν αποκλειστικά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Για να καταλήξει κανείς σε συμπέρασμα, σχετικά με τον προσδιορισμό της νομικής φύσης της σύμβασης ιατρικής αγωγής, είναι απαραίτητο η ανάλυση να εστιασθεί στον χαρακτηρισμό της κύριας παροχής της. Αν δηλαδή η παροχή υπηρεσιών υγείας σημαίνει παροχή μέσων για την επίτευξη ενός αποτελέσματος, την προστασία της υγείας του ασθενούς (σύμβαση εργασίας) ή από την άλλη εννοείται η επίτευξη αυτού του συγκεκριμένου αποτελέσματος (σύμβαση έργου). Η ειδοποιός διαφορά δηλαδή ανάμεσα στη σύμβαση έργου και στη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι, ότι στην πρώτη επιδιώκεται ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα και ο οφειλέτης ευθύνεται για την ενδεχόμενη αδυναμία του να το επιτύχει, ενώ στη δεύτερη ενδιαφέρει απλώς η παροχή εργασίας και όχι το αποτέλεσμα.[5] 


Στο χώρο της ιατρικής γίνεται κοινά αποδεκτό ότι ο ιατρός δεν μπορεί να εγγυηθεί το αποτέλεσμα. Δεν μπορεί δηλαδή να είναι βέβαιος για τη θεραπεία του ασθενούς διότι κάτι τέτοιο αντίκειται στην ιδιαιτερότητα του κάθε ασθενούς, που ενδέχεται να παρουσιάσει απρόβλεπτες αντιδράσεις στην εφαρμοζόμενη θεραπευτική αγωγή. Ο κάθε οργανισμός είναι διαφορετικός και κατά τη διενέργεια  των ιατρικών πράξεων και της θεραπείας είναι πιθανό να παρουσιάσει επιπλοκές και τελικά να μην επιτευχθεί το εξ’ αρχής επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ενδεικτικά, μια μακρά θεραπεία για χρόνιο νόσημα δεν είναι ποτέ εγγυημένο ότι θα επιτύχει. Εν ολίγοις, μια φράση που καταδεικνύει πλήρως τη διαφοροποίηση είναι η ακόλουθη: «ο ιατρός υπόσχεται στον ασθενή τις φροντίδες και όχι τη θεραπεία».[6] Κατά τον Γεωργιάδη ο ιατρός δεν έχει υποχρέωση ιάσεως αλλά υποχρέωση να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υγείας του ασθενούς του.[7]


Συμπερασματικά, ο ορθότερος νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ιατρικής αγωγής είναι αυτός της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και μάλιστα, πιο ειδικά, να θεωρηθεί ως σύμβαση εμπιστευτικών ελευθέριων εργασιών, λόγω του στοιχείου της εμπιστοσύνης που διέπει τη σχέση ιατρού και ασθενούς (676 ΑΚ).[8] Στην ίδια κατεύθυνση τάσσεται και η νομολογία.[9] 


Η παραπάνω θέση ενισχύεται από το γεγονός ότι, αν προκρινόταν ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ιατρικής αγωγής ως σύμβασης έργου, αυτό θα ήταν ιδιαίτερα επαχθές για τους ιατρούς, αφού θα έφεραν ευθύνη κάθε φορά που η θεραπεία του ασθενούς δεν θα ήταν επιτυχημένη, ακόμα κι’ αν είχαν πράξει ό,τι ήταν δυνατό κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Επίσης, θα αποτελούσε τροχοπέδη για τους ιατρούς να αναλάβουν πάσχοντες από σοβαρές ασθένειες υπό το φόβο της αποτυχίας θεραπείας τους και κατ’ επέκταση πλημμελούς εκπλήρωσης της σύμβασης (από τους ιατρούς).[10]  Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ιατρικής αγωγής ως σύμβαση έργου θα έχει και άλλες συνέπειες, που διαφέρουν από τον χαρακτηρισμό ως σύμβαση εργασίας, σε πολλά επίπεδα. Πρώτον, η αμοιβή του εργολάβου-ιατρού εξαρτάται άμεσα από την παράδοση του έργου κατά 694 ΑΚ. Δεύτερον μόνο στη σύμβαση έργου υπάρχει ειδική ρύθμιση εγγυητικής ευθύνης του εργολάβου για ελαττώματα του έργου του (688 επ.). Τρίτον, στη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών δεν υπάρχουν προβλέψεις για τον κίνδυνο του έργου. Τέταρτον στη σύμβαση έργου το δικαίωμα καταγγελίας έχει ο εργοδότης οποτεδήποτε χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου (700 ΑΚ) ενώ στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών έχουν το αντίστοιχο δικαίωμα και τα δύο μέρη (676 ΑΚ). Τέλος στη σύμβαση έργου προβλέπεται εξάμηνη παραγραφή για την άσκηση των δικαιωμάτων και των αξιώσεων εναντίον του εργολάβου για ελλείψεις στο έργο, ρύθμιση που δεν ισχύει στη σύμβαση εργασίας (693 ΑΚ).[11]


Κατ’ εξαίρεση βέβαια μια σύμβαση ιατρικής αγωγής ενδέχεται να έχει στοιχεία που την κατατάσσουν στη σύμβαση έργου ή τα μέρη της μπορούν να συμφωνήσουν, με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας, ότι η σύμβαση ιατρικής αγωγής που συνάπτουν θα υπαχθεί εν όλω ή εν μέρει στις διατάξεις της σύμβασης έργου. Αυτό προϋποθέτει ότι ο ιατρός έχει υποσχεθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα στον ασθενή και εγγυάται ότι θα το επιτύχει. Προφανώς και η αμοιβή του ιατρού, που είναι η αντίστοιχη υποχρέωση του ασθενούς, εξαρτάται από την επίτευξη ή μη αυτού του αποτελέσματος. Σημαντικό είναι, να είναι εφικτό εκ φύσεως αυτό το αποτέλεσμα, γιατί αν δεν είναι, τότε η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, με ειδικότερη συμφωνία αιρέσεως για το δικαίωμα αμοιβής του ιατρού που εξαρτάται από το αποτέλεσμα.[12] Εφικτό είναι το αποτέλεσμα, όταν αντικείμενο της σύμβασης είναι ιατρική πράξη, η οποία αν διενεργηθεί κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης θα οδηγήσει σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, που είναι ανεξάρτητο από την ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου οργανισμού, πιθανές επιπλοκές, το πεπερασμένο της ανθρώπινης φύσης κλπ. Τέτοιες ιατρικές πράξεις είναι συνήθως τεχνικής φύσης ή πράξεις που δεν έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα, όπως για παράδειγμα οι εξετάσεις αίματος ή μια ακτινολογική εξέταση ή μια αξονική τομογραφία ή άμβλωση και αισθητικές επεμβάσεις.[13]


Αξίζει να σημειωθεί, ότι στην θεωρία υπάρχει διχογνωμία για την νομική φύση της σύμβασης ιατρικής αγωγής που έχει ως αντικείμενο χειρουργική επέμβαση. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι κατά τη διενέργεια εγχείρησης ο ιατρός και ασθενείς συνάπτουν μεταξύ τους σύμβαση έργου διότι ο ιατρός επιτελεί ένα συγκεκριμένο έργο και δεν προσφέρει τις υπηρεσίες του γενικότερα για ορισμένο η αορίστου χρόνου.  Ωστόσο ορθότερη για τους περισσότερους συγγραφείς και για τον Γεωργιάδη είναι η θέση που χαρακτηρίζει και την εν λόγω σύμβαση ως σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Ο ιατρός και στη συγκεκριμένη περίπτωση υπόσχεται φαινομενικά ορισμένο αποτέλεσμα στην πραγματικότητα όμως υπόσχεται ότι θα αντιμετωπίσει τον ασθενή τηρώντας την οφειλόμενη επαγγελματική συμπεριφορά. Επομένως και στη περίπτωση αυτή έχει υποχρέωση για καταβολή προσπαθειών να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υγείας του ασθενούς και όχι υποχρέωση θεραπείας του.[14]


Κατά την άποψή της Ανδρουλιδάκη, η σύμβαση ιατρικής αγωγής δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία τυποποιημένη μορφή αμφοτεροβαρούς σύμβασης αλλά αποτελεί από μόνη της μία ιδιόρρυθμη σύμβαση (sui generis). Αυτό συμβαίνει λόγω της ύπαρξης ενός ιδιαίτερου συμβατικού δεσμού μεταξύ ιατρού και ασθενούς που περιέχει και εξωνομικά στοιχεία. Συνεπώς η σύμβαση ιατρικής αγωγής δεν μπορεί να ρυθμίζεται ούτε από τις διατάξεις για την σύμβαση έργου αλλά ούτε και από τις διατάξεις για την σύμβαση εργασίας.[15] Ο ασθενής οικοδομεί μία πολύ ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης, εμπιστευτικότητας και σεβασμού με τον ιατρό του, αφού ο τελευταίος είναι επιφορτισμένος με την προστασία του πολυτιμότερου αγαθού, την υγεία του.[16] Έτσι, ο ιατρός έχει μία αυξημένη υποχρέωση προστασίας του ασθενούς και κατά τούτο διαφέρει η σύμβαση ιατρικής αγωγής από τις λοιπές ρυθμισμένες στον Αστικό Κώδικα συμβάσεις. Ωστόσο, η συγγραφέας δέχεται ότι αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις για την σύμβαση εργασίας και τη σύμβαση έργου σε συνδυασμό με τις διατάξεις για την προστασία της προσωπικότητας.[17]


Η άποψη αυτή έχει επικριθεί και πλέον απορρίπτεται με το σκεπτικό ότι, παρά την ύπαρξη αυτών των ιδιαίτερων εξωνομικών στοιχείων, η σύμβαση ιατρικής αγωγής φέρει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά που προϋποτίθενται από το νόμο για την σύμβαση εργασίας ή και τη σύμβαση έργου του, οπότε μπορεί κατά τα προαναφερθέντα να ενταχθεί σε μία από αυτές τις δύο κατηγορίες. Η γερμανική θεωρία, επίσης, απορρίπτει τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ιατρικής αγωγής ως sui generis.[18]


Παρά το γεγονός ότι η παραπάνω άποψη δεν γίνεται αποδεκτή, εισφέρει ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στην ανάλυση της σύμβασης ιατρικής αγωγής. Αυτό είναι η εμπιστευτικότητα που διέπει τη σχέση ασθενούς–ιατρού και πρέπει να προκύπτει και από το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης ιατρικής αγωγής. Αυτό εξασφαλίζεται μέσω της αρχής της αυτοπρόσωπης εκτέλεσης της σύμβασης, που προβλέπεται στην σύμβαση εργασίας (651 ΑΚ) αλλά και στην σύμβαση έργου (684 ΑΚ), αλλά και από τη διάταξη 676 ΑΚ, που ρυθμίζει τη σύμβαση εμπιστευτικών ελευθέριων εργασιών.[19]


Συνεπώς, εξέχον στοιχείο της σύμβασης ιατρικής αγωγής είναι η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ιατρού και ασθενούς, που αποτελεί έκφραση του σεβασμού προς τον ασθενή και εντάσσεται στο πλαίσιο προστασίας της προσωπικότητάς του. Το αντικείμενο της σύμβασης ιατρικής αγωγής είναι η αντιμετώπιση καταστάσεων που απειλούν μια πτυχή της προσωπικότητας του ασθενούς την υγεία του. Το άρθρο 8 του ΚΙΔ επιβάλλει σχετικές υποχρεώσεις του ιατρού.[20] Γι’ αυτό, ο ασθενής σε περίπτωση παραβίασής της, μπορεί να προστατευθεί και με τις αξιώσεις των 57 ΑΚ και 59 ΑΚ. Ταυτόχρονα, παραβίαση της σχέσης εμπιστοσύνης πληροί την προϋπόθεση του παράνομου κατά το άρθρο 914 ΑΚ, ενώ συγχρόνως συνιστά και αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων του ιατρού. Επιπρόσθετα η αρχή της εμπιστοσύνης λειτουργεί αμφιμερώς καθώς και ο ασθενής οφείλει να σέβεται τον ιατρό του και να του παρέχει όλες τις ανάγκες πληροφορίες για την υγεία του.[21]


Αξίζει να σημειωθεί ότι η γερμανική έννομη τάξη έλυσε το πρόβλημα χαρακτηρισμού της σύμβασης ιατρικής αγωγής ορίζοντας ρητά στον Αστικό Κώδικα ότι η τελευταία εντάσσεται στο συμβατικό τύπο της σύμβασης εργασίας.[22] 

 


Παραπομπές


[1] Γεωργιάδης Απ., Ενοχικό δίκαιο, Γενικό Μέρος 2η έκδοση, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2015. σελ. 181.

[2] Ανδρουλιδάκη – Δημητριάδη Ι., Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993. σελ. 103-104.

[3] Τσιρόγλου Ευ., Η σύμβαση ιατρικής αγωγής, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2020. σελ. 72-73.

[4] Φουντεδάκη Κ., Αστική Ιατρική Ευθύνη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2003. σελ. 295.

[5] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 180-181.

[6] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 74-75.

[7] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 181.

[8] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 181-182.

[9] ΑΠ 418/2018, ΝΟΜΟΣ και ΠΠρ Αθ 169/2016, ΝΟΜΟΣ

[10] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 76-77.

[11] Φουντεδάκη Κ., οπ. ανώτ., σελ. 298-299.

[12] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 76-77. και Φουντεδάκη Κ., οπ. ανώτ., σελ. 310-311.

[13] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 182.

[14] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 182.

[15] Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη Ι., οπ. ανώτ., σελ. 112-116.

[16] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 182-183.

[17] Ανδρουλιδάκη-Δημητριάδη Ι., οπ. ανώτ., σελ. 112-116.

[18] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 79-80.

[19] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 80.

[20] Γεωργιάδης Απ., οπ. ανώτ., σελ. 183.

[21] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 82-84.

[22] Τσιρόγλου Ευ., οπ. ανώτ., σελ. 80-81.



Βιβλιογραφία

Ανδρουλιδάκη – Δημητριάδη Ι., Η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993.

Γεωργιάδης Απ., Ενοχικό δίκαιο, Γενικό Μέρος 2η έκδοση, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, 2015.

Τσιρόγλου Ευ., Η σύμβαση ιατρικής αγωγής, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2020.

Φουντεδάκη Κ., Αστική Ιατρική Ευθύνη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2003.


Η εικόνα λήφθηκε από την παρούσα ηλεκτρονική διεύθυνση.

19 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων
Post: Blog2_Post
bottom of page