• Just in Case

Οι παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου στην Κολομβία και η απονομή δικαιοσύνης:

Προς μια επούλωση των τραυμάτων της πολύχρονης σύγκρουσης


📝Άρθρο της Λυδίας Νίκα, πτυχιούχου Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης-ΕΚΠΑ, φοιτήτριας Νομικής Σχολής-Πανεπιστήμιο Λευκωσίας


Εισαγωγή


Στην παρούσα εισήγηση, αναλύονται οι παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού και του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης στην Κολομβία, ενώ γίνεται αναφορά και στο ιστορικό πλαίσιο και τους παράγοντες που συνέβαλαν στην πυροδότηση και κυρίως στη διαιώνιση αυτής της σύγκρουσης. Εν συνεχεία, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στο σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και τους μηχανισμούς που διαμορφώθηκαν με στόχο την απονομή δικαιοσύνης, έστω και ετεροχρονισμένα.


Η ένοπλη σύγκρουση στην Κολομβία


Αρχικά, προ δεκαετιών, ξεκίνησε μία ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα στην Κολομβία, στην οποία αντίπαλα μέρη υπήρξαν αφενός οι κρατικές δυνάμεις, και αφετέρου, διαφορετικές παράνομες ένοπλες οργανώσεις.[1] Η εν λόγω σύγκρουση, αν και θεμελιώνεται σε βιαιότητες και αντιστοίχως, σε συγκρούσεις μεταξύ πολιτικών κομμάτων κατά τη δεκαετία του 1940 και 1950, τελικώς είναι κυρίως το αποτέλεσμα της σύστασης οργανώσεων ανταρτών την αμέσως επόμενη δεκαετία. Η δε διαφθορά και το εμπόριο ναρκωτικών τη δεκαετία του 1970, και εν συνεχεία, η εμφάνιση παραστρατιωτικών οργανώσεων στις αρχές του 1980, συνέβαλλαν στην επιδείνωση της κατάστασης.[2] Σταδιακά, η προαναφερόμενη σύγκρουση έγινε πιο πολύπλοκη και συγχρόνως εντάθηκε, εξαιτίας πολλών παραγόντων και γεγονότων, αλλά και της εμπλοκής σε αυτή της κοινωνίας των πολιτών.[3] Σίγουρα πάντως, υπήρξε αποτέλεσμα της κρατικής διαφθοράς, της απουσίας δημοκρατικών μέσων επίλυσης των διαφορών, των πολλαπλών κρίσεων και συγκρούσεων, της διαρκώς αυξανόμενης οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ανασφάλειας, των τεράστιων ανισοτήτων, της αναποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και αναμενόμενης ατιμωρησίας, των πολιτικών και πολιτισμικών διαφορών, της διακίνησης ναρκωτικών και του λαθρεμπορίου όπλων.[4]


Φτάνοντας στο πρόσφατο παρελθόν, πρέπει να σημειωθεί ότι το 2019, η Κολομβία ταλανιζόταν από 5 ένοπλες συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα, οι 4 εκ των οποίων λάμβαναν χώρα μεταξύ της Κυβέρνησης και των εξής οργανωμένων ενόπλων δυνάμεων: του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (Ejercitode Liberacion Nacional-ELN), του Δημοφιλούς Απελευθερωτικού Στρατού (EjercitoPopularde Liberacion-EPL), των Δυνάμεων Αυτοάμυνας Gaitanistas της Κολομβίας και ένοπλες δομές των πρώην Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας-Λαϊκός Στρατός (Fuerzas Armadas Revolucionarias de Colombia-Ejercito de Pueblo), που δεν συμμετείχαν στην ειρηνευτική διαδικασία του 2016, για την οποία θα γίνει λόγος κατωτέρω.[5]


Οι αναγκαστικοί εκτοπισμοί


Σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, απαγορεύεται ο εκτοπισμός άμαχου πληθυσμού «εν όλω ή εν μέρει για λόγους που σχετίζονται με την επικείμενη σύγκρουση, εκτός εάν κάτι τέτοιο απαιτείται είτε για την ασφάλεια των εμπλεκομένων μερών είτε για επιτακτικούς στρατιωτικούς λόγους».[6] Εντούτοις, εάν λάβει χώρα οποιαδήποτε πράξη εκτοπισμού, θα πρέπει να διασφαλιστεί η παροχή στέγασης και διατροφής, η τήρηση των απαραίτητων κανόνων υγιεινής και ασφάλειας, όπως επίσης και ο μη χωρισμός των οικογενειών. Συγχρόνως, όσοι έχουν εκτοπιστεί έχουν το δικαίωμα να επιστρέψουν στον τόπο όπου βρίσκεται η συνήθης διαμονή τους, μόλις πάψουν να υφίστανται οι λόγοι και εν γένει οι συνθήκες που οδήγησαν στον εκτοπισμό τους.[7]


Το διάστημα μεταξύ 1985-2005, πάνω από 3,6 εκατομμύρια Κολομβιανοί υπήρξαν θύματα αναγκαστικού εκτοπισμού λόγω βίας, ενώ οι μισοί εξ’ αυτών ήταν ανήλικοι.[8] Μόνο το 2005 εκτοπίστηκαν από τη χώρα 310.000 άτομα. Επίσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι τα παιδιά και οι έφηβοι εξαιτίας του εκτοπισμού και της εγκατάστασης τους, ακολούθως, σε απολύτως υποβαθμισμένο περιβάλλον, συχνά υποσιτίζονταν ενώ ήταν ευάλωτοι σε δερματικές παθήσεις και μολυσματικές μεταδοτικές ασθένειες.[9] Τα ποσοστά εμβολιασμών των ανηλίκων ήταν μηδαμινά, ενώ από τα πλέον σοβαρά προβλήματα ήταν οι διακρίσεις σε βάρος του γυναικείου φύλου, τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και εργασιακής εκμετάλλευσης, καθώς και η κατάσταση εγκυμοσύνης στην οποία βρίσκονταν ουκ ολίγες έφηβες.[10]


Αξίζει να αναφερθεί ότι η Κολομβία κατέχει μία εκ των πρώτων θέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο αναφορικά με τον αριθμό των εκτοπισμένων, αφού τις τελευταίες δεκαετίες 6.509.000 Κολομβιανοί εγκατέλειψαν τις οικίες τους.[11] Πρόκειται για έναν αριθμό ανθρώπων που ξεπερνάει κατά πολύ αυτούς αντίστοιχα που καταγράφηκαν σε περιπτώσεις άλλων χωρών, στο έδαφος των οποίων έλαβαν χώρα ένοπλες συγκρούσεις, όπως η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το Ιράκ και η Υεμένη, ενώ τα πρωτεία κατέχει η Συρία, ξεπερνώντας ελάχιστα την Κολομβία.[12] Η τελευταία, προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτή την τραγική κατάσταση, προχώρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 στην ίδρυση του Δικτύου Κοινωνικής Αλληλεγγύης προκειμένου να καλύψει, με έναν μάλλον ολιστικό τρόπο, ανάγκες των εκτοπισθέντων, όπως επείγουσα μεταφορά και παροχή ψυχολογικής υποστήριξης.[13] Το δε Κογκρέσο της Κολομβίας, μέσω σχετικής νομοθεσίας, επιδίωξε τη διασφάλιση εκ μέρους των τοπικών και περιφερειακών αρχών της διαμόρφωσης ειδικών σχεδίων με στόχο την παροχή βοήθειας στα άτομα που την έχουν ανάγκη, αλλά και τον περιορισμό του φαινομένου αυτού.[14]


Οι απαγωγές και οι αναγκαστικές εξαφανίσεις


Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι απαγωγή αποτελεί η κράτηση ατόμων παρά τη θέλησή τους. Πρόκειται για μία εκ των σοβαροτέρων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όντας έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.[15] Λαμβάνοντας υπόψη, ότι μεταξύ των διαφορετικών ειδών απαγωγών, ανήκουν και αυτές οι οποίες είναι αποτέλεσμα οικονομικών και πολιτικών παραγόντων και στοχεύουν στην απόκτηση λύτρων, οι απαγωγές στην περίπτωση της Κολομβίας συνιστούσαν ένα μέσο χρηματοδότησης των παράνομων ενόπλων οργανώσεων, αλλά και επίτευξης στόχων πολιτικής φύσεως και επίδειξης ισχύος.[16]


Ωστόσο, μακράν χειρότερες από τις απαγωγές ήταν οι αναγκαστικές εξαφανίσεις. Πρόκειται για τις πράξεις στέρησης της ελευθερίας ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων με οποιονδήποτε τρόπο και οι οποίες δύναται να διαπραχθούν από πράκτορες του κράτους, άτομα ή ομάδες ατόμων που δρουν κατόπιν σχετικής άδειας με την οποία διασφαλίζεται η συγκατάθεσή τους ή των οποίων η υποστήριξη προς το κράτος έχει επιβεβαιωθεί.[17] Η εν λόγω κατάσταση ακολουθείται από την άρνηση παροχής πληροφοριών σχετικά με το θύμα, όπως επίσης και μη αναγνώριση του καθεστώτος στέρησης της ελευθερίας, κάτι το οποίο έχει ως συνέπεια την παρεμπόδιση προσφυγής σε ένδικα μέσα και διαδικαστικές εγγυήσεις.[18]


Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το 2004 η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, αναφέρθηκε σε 279 περιπτώσεις αναγκαστικής εξαφάνισης, οι οποίες είχαν συσχετιστεί με την εσωτερική ένοπλη σύγκρουση που ταλάνιζε την Κολομβία. Το δε διάστημα μεταξύ 1970-2014 έγινε λόγος για 60.000 αναγκαστικές εξαφανίσεις.[19]


Σύμφωνα δε με τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, καθένα εκ των συμμετεχόντων μερών σε μία σύγκρουση, θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα σχετικά με τους αγνοουμένους, ενώ είναι αναγκαίο να συμβάλλουν στην παροχή πληροφοριών προς τις οικογένειες αυτών των ατόμων. Αυτός, υπήρξε και ο λόγος που συστάθηκε η Μονάδα Αναζήτησης Αγνοουμένων Ατόμων (The Search Unit for Missing Persons).[20]


Οι σοβαρές ζημίες που έχουν προκληθεί από νάρκες κατά προσωπικού (antipersonnel mines)


Επίσης, ένας παράγοντας που συνέβαλλε τόσο στην εντατικοποίηση όσο και στην επιδείνωση της ένοπλης σύρραξης στην Κολομβία, ήταν η διαρκώς αυξανόμενη χρήση ναρκών κατά προσωπικού. Είναι αναγκαίο να αναφερθεί ότι εξαιτίας της δυσκολίας εντοπισμού τους, η δυνατότητα πρόκλησης θανάτου, βαριάς σωματικής βλάβης, απώλειας ζωτικών οργάνων ή ακρωτηριασμού, τις καθιστούν λίαν επιβλαβή όπλα ενώ η χρήση τους ισοδυναμεί με παραβίαση των κανόνων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.[21] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κανόνες του δικαίου ενόπλων συρράξεων που περιλαμβάνονται στις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 και στα 2 Πρόσθετα Πρωτόκολλα του 1977, παρόλο που προβλέπουν περιορισμούς όσον αφορά τα επιτρεπόμενα μέσα και τις μεθόδους πολέμου, δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα είδη όπλων.[22] Για τον λόγο αυτό, υιοθετήθηκαν εκ μέρους των κρατών ειδικές συμβάσεις βάσει των οποίων απαγορεύεται ή έστω περιορίζεται η χρήση ορισμένων όπλων, όπως είναι για παράδειγμα τα χημικά, βιολογικά και τοξικά όπλα, οι βόμβες διασποράς, οι αντιαρματικές νάρκες και οι νάρκες κατά προσωπικού, που προαναφέρθηκαν.[23]


Ειδικότερα, η χρήση, αποθήκευση, παραγωγή και μεταφορά των ναρκών κατά προσωπικού, απαγορεύθηκε με τη Σύμβαση της Οττάβας του 1997 ενώ έγινε λόγος και για την καταστροφή αυτών στην ίδια Σύμβαση. Η τελευταία δε, υπεγράφη το Δεκέμβριο του ίδιου έτους από την Κολομβία ενώ επικυρώθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 2000, δηλαδή όσο ακόμα η ένοπλη σύγκρουση μαινόταν και πάντως, αρκετά χρόνια πριν τη λήξη των εχθροπραξιών.[24] Αξίζει να σημειωθεί ότι 4 χρόνια μετά και ειδικότερα το διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2004, καταγράφηκαν 421 νέα θύματα εξαιτίας ναρκών στη χώρα, 109 εξ’ αυτών απεβίωσαν, ενώ 127 εκ των θυμάτων της εν λόγω περιόδου ήταν άμαχοι, μεταξύ των οποίων ανήκαν 7 γυναίκες και 31 παιδιά. Την ίδια στιγμή υπολογίζεται ότι γενικώς ένα ποσοστό της τάξεως του 14% των θυμάτων είναι παιδιά.[25]


Η συμμετοχή γυναικών και ανηλίκων στην ένοπλη σύγκρουση


Εν συνεχεία, ένα από τα βασικότερα ζητήματα που ανέκυψαν ήδη από την έναρξη της εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης στην Κολομβία, ήταν η στρατολόγηση παιδιών προκειμένου αυτά να συμμετάσχουν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις τις οποίες πραγματοποιούσαν τόσο οι νόμιμες όσο και οι παράνομες ένοπλες ομάδες.[26] Αρκεί να αναφερθεί ότι εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, του Κολομβικού Παραρτήματος Δικαιοσύνης, του Παρατηρητηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, αλλά και της UNICEF, έγινε λόγος για συμμετοχή 11.-14.000 ανηλίκων σε παράνομες ένοπλες ομάδες. Λαμβάνοντας υπόψη δε, ότι 6.000 εκ των προαναφερομένων τέκνων είναι ηλικίας 7-13 ετών και συμμετείχαν σε οργανώσεις ανταρτών και ότι συγχρόνως υπολογίζεται πως το 15% των μελών παραστρατιωτικών ομάδων είναι ανήλικοι ενώ τα ανήλικα κορίτσια σε ουκ ολίγες περιπτώσεις υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση από τους ανωτέρους τους ιεραρχικά, είναι εμφανές ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης καταγράφηκαν κατάφωρες παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και ειδικότερα των διατάξεων που απαγορεύουν τη συμμετοχή ανηλίκων σε εχθροπραξίες.[27]


Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 24 της 4ης Σύμβασης της Γενεύης του 1949 που αφορά την προστασία των αμάχων σε περίοδο πολέμου, όπως επίσης και με βάση το άρθρο 38 παρ. 2 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, επιβάλλεται η λήψη των απαραίτητων μέτρων εκ μέρους των συμμετεχόντων μερών σε μία σύγκρουση, ώστε οι ανήλικοι κάτω των 15 ετών, που δεν διαθέτουν οικογένεια ή έχουν χωριστεί από αυτή εξαιτίας του πολέμου, να μην κληθούν να αναζητήσουν τους απαραίτητους για την επιβίωσή τους πόρους.[28] Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διευκολύνεται σε κάθε περίπτωση τόσο η άσκηση της θρησκείας τους όσο και η εκπαίδευση αυτών. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου I του 1977, τα παιδιά όχι μόνο χρήζουν ιδιαίτερου σεβασμού, αλλά επιπλέον, είναι αναγκαίο να προστατευτούν από κάθε άσεμνη επίθεση.[29] Στην δε παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, γίνεται λόγος περί της αναγκαιότητας διασφάλισης μέσω της λήψης των απαραίτητων μέτρων, της μη συμμετοχής ανηλίκων κάτω των 15 ετών σε διαδικασίες στρατολόγησης και ασφαλώς, στις εχθροπραξίες., ενώ μεταξύ ανηλίκων που έχουν συμπληρώσει το 15ο και 18ο έτος αντιστοίχως, η προτεραιότητα επιβάλλεται να δίνεται στη 2η κατηγορία.[30] Ακόμα, βάσει του αρ. 4 παρ. 3 του 2ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του 1977 σχετικά με τις ένοπλες συγκρούσεις μη διεθνούς χαρακτήρα, απαγορεύεται η στρατολόγηση ανηλίκων κάτω των 15 ετών σε ένοπλες δυνάμεις ή ομάδες, όπως επίσης και η συμμετοχή αυτών στις εχθροπραξίες. Σχετική πρόβλεψη υφίσταται τέλος, και βάσει των συναφών κανόνων του εθιμικού δικαίου.[31]


Η θέσπιση του νόμου 1448


Βάσει του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, εάν ένα κράτος ευθύνεται για τις παραβιάσεις κανόνων ανθρωπιστικού δικαίου, είναι απαραίτητο να προβεί σε πλήρη αποκατάσταση της απώλειας ή του τραύματος που προκλήθηκε από τις εν λόγω παραβιάσεις.[32]


Για το λόγο αυτό, το 2011 και έχοντας προηγηθεί 4 χρόνια lobbying και πολιτικών διαφωνιών, θεσπίστηκε ο νόμος 1448, κοινώς γνωστός ως «Νόμος των θυμάτων», μέσω των διατάξεων του οποίου, επιδιωκόταν η παροχή βοήθειας, η προσοχή και η αποκατάσταση των θυμάτων της εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης που ταλάνιζε επί δεκαετίες τη χώρα.[33] Να αναφερθεί ότι η ψήφιση του εν λόγω νόμου υπήρξε ένας από τους βασικότερους στόχους της κυβέρνησης του Juan Manuel Santos, ο οποίος εξελέγη το 2010 και τον χαρακτήρισε ως ορόσημο στην πρόσφατη ιστορία της Κολομβίας, εφόσον μέσω αυτού επιδιωκόταν η ρύθμιση των συνεπειών της ένοπλης σύγκρουσης σε σχέση με τους αμάχους.[34]


Ο νόμος αυτός σηματοδότησε την αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης των συνεπειών της άσκησης βίας που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια της ένοπλης σύγκρουσης, εστιάζοντας στους ανήκοντες στον άμαχο πληθυσμό, αντί των δραστών, όπως γινόταν μέχρι πρότινος.[35] Συγχρόνως, υπήρξε αποτελεσματικός και κατά καιρούς διευκρίνισε πολλές έννοιες που περιλαμβάνονται στις Βασικές Αρχές και Κατευθύνσεις των ΗΕ για το Δικαίωμα Επανόρθωσης και Αποζημίωσης των Θυμάτων Κατάφωρων Παραβιάσεων τόσο του Διεθνούς Ανθρωπιστικού όσο και του Διεθνούς Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ουσιαστικά, οι προαναφερόμενες ενέργειες στόχευαν τόσο στη συμμόρφωση με τους κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου όσο και με τα μέσα του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των αποκαλούμενων Aρχών Pinheiro.[36]

Σε σχέση με τη νομοθεσία, θα πρέπει να αναφερθεί ότι για πολλές δεκαετίες, η Κολομβία προσπαθούσε να προστατεύσει τόσο εκείνους που δεν συμμετείχαν στις εχθροπραξίες (αμάχους), όσο και εκείνους που δεν συμμετείχαν πια (όπως πχ οι αιχμάλωτοι και οι τραυματίες και ασθενείς), μεταξύ άλλων, μέσω της ποινικοποίησης ορισμένων συμπεριφορών.[37] Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο ισχύων ποινικός κώδικας αφιερώνει ένα τμήμα των διατάξεών του στα αδικήματα που διαπράχθηκαν εναντίον είτε ανθρώπων είτε αντικειμένων που προστατεύονται βάσει των κανόνων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.[38] Μεταξύ άλλων, ποινικοποιείται η ανθρωποκτονία και η σεξουαλική βία εναντίον προστατευόμενων ατόμων, τα βασανιστήρια εναντίον όσων έχουν στερηθεί την ελευθερία τους στο πλαίσιο της ένοπλης σύγκρουσης, η απιστία, η χρήση παράνομων μέσων και μεθόδων πολέμου, τυμβωρυχία στο πεδίο της μάχης και η παρεμπόδιση παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας.[39]


Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να αναφερθεί ότι η δικαιοσύνη έχει προβεί σε διεξοδική ανάλυση της συμπεριφοράς των αντιμαχόμενων μερών, αποδίδοντας συχνά ευθύνες σε ένα εξ’ αυτών σε περίπτωση παραβιάσεων των κανόνων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Επιπλέον, έχουν εκδοθεί αναρίθμητες αποφάσεις με τις οποίες ζητείται η λήψη διορθωτικών μέτρων εκ μέρους του κράτους με στόχο είτε την αποτροπή μελλοντικών παραβιάσεων είτε την αποζημίωση των θυμάτων ορισμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων.[40] Ειδικότερα, το αντίστοιχο Συμβούλιο της Επικρατείας, έχει καταδικάσει σε πολλές περιπτώσεις το κράτος για πράξεις όπως η χρήση ναρκών κατά προσωπικού, για τον τραγικό θάνατο ατόμων που δεν συμμετείχαν στις εχθροπραξίες, την έλλειψη σεβασμού των δικαστικών εγγυήσεων, την πραγματοποίηση σφαγών, αλλά και για τους αναγκαστικούς εκτοπισμούς, τις επιθέσεις εναντίον υγειονομικού προσωπικού και την καταστροφή πολιτικών στόχων.[41] Σύμφωνα άλλωστε με τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, καθένα εκ των αντιπάλων μερών σε μία σύγκρουση, θα πρέπει να λαμβάνει όλες τις απαραιτήτως προφυλάξεις, προκειμένου να αποφευχθεί και πάντως, σε κάθε περίπτωση να ελαχιστοποιηθεί το ενδεχόμενο τυχαίας απώλειας ή τραυματισμού αμάχων.[42] Ειδικότερα, οι αντίπαλες δυνάμεις, καλούνται να αναστείλουν την πραγματοποίηση μιας επίθεσης, εάν αποδειχθεί ότι αυτή στρέφεται κατά ενός μη στρατιωτικού στόχου, ενώ θα πρέπει να προειδοποιούν εκ των προτέρων για οποιαδήποτε επίθεση η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τον άμαχο πληθυσμό, εκτός εάν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.[43] Τέλος, οι συμμετέχοντες στις εχθροπραξίες, θα πρέπει να λάβουν όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις προκειμένου να προστατευθούν τόσο ο άμαχος πληθυσμός όσο και οι πολιτικοί στόχοι έναντι των επιπτώσεων των επιθέσεων, και στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, να αποφευχθεί ο εντοπισμός στρατιωτικών στόχων εντός ή κοντά σε πυκνοκατοικημένες περιοχές.[44]


Η Συμφωνία της 24ης Νοεμβρίου 2016


Στις 24 Νοεμβρίου 2016, υπεγράφη μία ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (FARC-EP) και της Κυβέρνησης του Juan Manuel Santos.[45] Πρόκειται για την Τελική Συμφωνία με την οποία τερματίστηκε η μακροχρόνια εγχώρια σύγκρουση και συγχρόνως τέθηκαν τα θεμέλια για την επίτευξη σταθερής και μακροχρόνιας ειρήνης. Σύμφωνα δε με το Συνταγματικό Δικαστήριο, το περιεχόμενο αυτής πρέπει να αποτελέσει τη βάση για την ερμηνεία όλων εκείνων των κανόνων που σχετίζονται με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και επηρεάζουν τις ειρηνευτικής φύσεως διαπραγματεύσεις.[46]


Ειδικότερα, ένα από τα πλέον σημαντικά αποτελέσματα της Τελικής Συμφωνίας, υπήρξε η σύσταση ενός Ολοκληρωμένου Συστήματος για την Αλήθεια, τη Δικαιοσύνη, την Επανόρθωση και τη Μη Επανάληψη (SistemaIntegral de Verdad, Justicia, Reparacion y No Repeticion-SICJRNR). Μέσω αυτού επιδιώκεται η αντιμετώπιση των συνεπειών της μακροχρόνιας σύγκρουσης, θέτοντας συγχρόνως στο επίκεντρο τη θέση των θυμάτων.[47] Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό δε, αναπτύχθηκε πλήθος κανόνων διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, προπάντων σχετικά με τη δίωξη εγκλημάτων πολέμου, τη χορήγηση αμνηστίας και την αναζήτηση αγνοούμενων. Τέλος, οι εν λόγω υποχρεώσεις αποτελούν πλέον μέρος του εγχωρίου δικαίου, κατόπιν θέσπισης σχετικού νομοθετικού πλαισίου.[48]


Στο σημείο αυτό δεν θα μπορούσε να παραλειφθεί η αναφορά στη λεγόμενη Ειδική Δικαιοδοσία για την Ειρήνη (SJP/ JEP), η οποία συνιστά judicialcontent του SICJRNR που προαναφέρθηκε.[49] Αναλυτικότερα, τα ζητήματα που άπτονται της δικαιοδοσίας του εδώ αναφερομένου δικαστηρίου, είναι οι σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.[50] Σύμφωνα δε με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, συνιστά υποχρέωση των κρατών η διερεύνηση εγκλημάτων πολέμου, τα οποία φαίνεται να έχουν διαπραχθεί είτε από υπηκόους είτε από ένοπλες δυνάμεις, ή εντός της επικράτειάς τους και αν κρίνεται αναγκαίο, θα πρέπει να προχωρούν σε δίωξη των υπόπτων.[51] Επίσης, υφίσταται υποχρέωση χορήγησης της ευρύτερης δυνατής αμνηστίας κατά την παύση των εχθροπραξιών, σε άτομα τα οποία έλαβαν μέρος στην ένοπλη σύγκρουση μη διεθνούς χαρακτήρα ή έχουν στερηθεί την ελευθερία τους για λόγους που σχετίζονται άμεσα με την εν λόγω σύγκρουση. Συνεπώς, όπως είναι αναμενόμενο, η λειτουργία και δράση της JEP, είναι άμεσα συνυφασμένη με τη συμμόρφωση προς τους προαναφερόμενους κανόνες.[52]


Συμπεράσματα


Κλείνοντας, είναι εμφανές ότι στη διάρκεια της ένοπλης σύρραξης στην Κολομβία, διαπράχθηκαν αναρίθμητες παραβιάσεις τόσο του διεθνούς ανθρωπιστικού όσο και του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η νομοθεσία που θεσπίστηκε και οι μηχανισμοί που συνακόλουθα διαμορφώθηκαν, γεννούν την ελπίδα για τη δικαίωση πολλών θυμάτων της πολύχρονης θηριωδίας και την υπηρέτηση του δικαίου. Απομένει μόνο, να ξεπεραστούν τυχόν εμπόδια και να γίνει όντως σεβαστό στην πράξη το ισχύον νομικό πλαίσιο για να γίνει λόγος περί δικαίωσης εμπράκτως.



Βιβλιογραφία


Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, Κωνσταντίνος Μαγκλιβέρας (2017) Το δίκαιο της διεθνούς κοινωνίας. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Melzer Nils (2019) International Humanitarian Law. A comprehensive introduction. Geneva: ICRC.


Ηλεκτρονικές πηγές


Ahumado Consuelo (2020) La implementacion del Acuerdo de paz en Colombia: entre la “paz territorial” y la disputa por el territorio. 9 Σεπτεμβρίου. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.scielo.org.mx/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S0301-70362020000100025&lang=es (τελευταία πρόσβαση 21/11/2021)


Céspedes-Báez Lina M. (2012) Colombia's Victims Law and the Liability of Corporations for Human Rights Violations. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.scielo.org.co/scielo.php?script=sci_arttext&pid=s0124-05792012000100007 (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021)

Franco S., Suarez C. M., Naranjo C. B., Báez L. C., Rozo P. (2006) The effects of armed conflict on the life and health in Colombia. 17 Μαρτίου. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://scielosp.org/pdf/csc/2006.v11n2/349-361/en (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021)

International Committee of the Red Cross (2020) Children Associated with Armed Forces or Armed Groups. 10 Ιουνίου. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.icrc.org/en/publication/0824-children-associated-armed-forces-or-armed-groups (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021)

Munoz Marcela Giraldo, Serralvo Jose (2019) International humanitarian law in Colombia: Going a step beyond. International Review of the Red Cross [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://international-review.icrc.org/sites/default/files/pdf/1602948923/IRC101_3b/S1816383120000181a.pdf (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021)



Πρωτογενείς πηγές


CONVENTION ON THE PROHIBITION OF THE USE, STOCKPILING, PRODUCTION AND TRANSFER OF ANTI-PERSONNEL MINES AND ON THEIR DESTRUCTION (1997) [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://treaties.un.org/doc/Publication/MTDSG/Volume%20II/Chapter%20XXVI/XXVI-5.en.pdf (τελευταία πρόσβαση 18/11/2021)

[1]Franco S., Suarez C. M., Naranjo C. B., Báez L. C., Rozo P. (2006) The effects of armed conflict on the life and health in Colombia. 17 Μαρτίου. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://scielosp.org/pdf/csc/2006.v11n2/349-361/en (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021), p.2. [2]Οπ. π. [3]Οπ. π. [4]Οπ. π. [5]Munoz Marcela Giraldo, Serralvo Jose (2019) International humanitarian law in Colombia: Going a step beyond. International Review of the Red Cross [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://international-review.icrc.org/sites/default/files/pdf/1602948923/IRC101_3b/S1816383120000181a.pdf (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021), p. 6-7. [6]Οπ. π.., σελ. 16-17. [7]Οπ. π. [8] Franco S., Suarez C. M., Naranjo C. B., Báez L. C., Rozo P. (2006) The effects of armed conflict on the life and health in Colombia, p. 5-6. [9]Οπ. π. [10]Οπ. π. [11]Munoz Marcela Giraldo, Serralvo Jose , International humanitarian law in Colombia: Going a step beyond, p. 16-17. [12]Οπ. π. [13]Οπ. π. [14]Οπ. π. [15] Franco S., Suarez C. M., Naranjo C. B., Báez L. C., Rozo P. (2006) The effects of armed conflict on the life and health in Colombia, p. 6-8. [16]Οπ. π. [17]Οπ. π. [18]Οπ. π. [19]Munoz Marcela Giraldo, Serralvo Jose , International humanitarian law in Colombia: Going a step beyond, p. 20. [20]Οπ. π., σελ 20-22. [21]Franco S., Suarez C. M., Naranjo C. B., Báez L. C., Rozo P. (2006) The effects of armed conflict on the life and health in Colombia, p. 8. [22]Οπ. π. [23]Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, Κωνσταντίνος Μαγκλιβέρας (2017) Το δίκαιο της διεθνούς κοινωνίας. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 806. [24]CONVENTION ON THE PROHIBITION OF THE USE, STOCKPILING, PRODUCTION AND TRANSFER OF ANTI-PERSONNEL MINES AND ON THEIR DESTRUCTION (1997) [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://treaties.un.org/doc/Publication/MTDSG/Volume%20II/Chapter%20XXVI/XXVI-5.en.pdf (τελευταία πρόσβαση 18/11/2021). [25]Franco S., Suarez C. M., Naranjo C. B., Báez L. C., Rozo P. (2006) The effects of armed conflict on the life and health in Colombia, p. 8. [26]Οπ. π., σελ. 8-9. [27]Οπ. π. [28]Αντωνόπουλος Κωνσταντίνος, Μαγκλιβέρας Κωνσταντίνος, Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας, σελ. 800-801, Melzer Nils (2019) International Humanitarian Law. A comprehensive introduction. Geneva: ICRC, σελ. 227-229, International Committee of the Red Cross (2020) Children Associated with Armed Forces or Armed Groups. 10 Ιουνίου. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.icrc.org/en/publication/0824-children-associated-armed-forces-or-armed-groups (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021), σελ. 6-7. [29]Οπ. π. [30]Οπ. π. [31]Οπ. π. [32]Munoz Marcela Giraldo, Serralvo Jose , International humanitarian law in Colombia: Going a step beyond, p. 7-8. [33] Céspedes-Báez Lina M. (2012) Colombia's Victims Law and the Liability of Corporations for Human Rights Violations. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.scielo.org.co/scielo.php?script=sci_arttext&pid=s0124-05792012000100007 (τελευταία πρόσβαση 24/11/2021) [34]Οπ. π. [35]Munoz Marcela Giraldo, Serralvo Jose , International humanitarian law in Colombia: Going a step beyond, p. 15-18. [36]Οπ. π. [37]Οπ. π. [38]Οπ. π. [39]Οπ. π. [40]Οπ. π. [41]Οπ. π. [42]Οπ. π. [43]Οπ. π. [44]Οπ. π. [45]Ahumado Consuelo (2020) La implementacion del Acuerdo de paz en Colombia: entre la “paz territorial” y la disputa por el territorio. 9 Σεπτεμβρίου. [online] Ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.scielo.org.mx/scielo.php?script=sci_arttext&pid=S0301-70362020000100025&lang=es (τελευταία πρόσβαση 21/11/2021) [46]Munoz Marcela Giraldo, Serralvo Jose , International humanitarian law in Colombia: Going a step beyond, p.18-19. [47]Οπ. π. [48]Οπ. π. [49]Οπ. π., σελ. 22. [50]Οπ. π. [51]Οπ. π. [52]Οπ. π.

Η φωτογραφία αντλήθηκε από: EJIL: Talk!

89 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων