• Δήμητρα Καπρούλια

Ο αντικειμενικός καταλογισμός στα εγκλήματα αποτελέσματος ως διόρθωση της conditio sine qua non

📝Άρθρο της Καπρούλια Δήμητρας, προπτυχιακής φοιτήτριας Νομικής του ΕΚΠΑ


Συστατικό στοιχείο κάθε εννόμου τάξεως αποτελεί το ποινικό δίκαιο, ο κλάδος δηλαδή του δικαίου που διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο για την εξασφάλιση και επίτευξη της μέγιστης δυνατής κοινωνικής ειρήνης και ασφάλειας. Δε δύναται να χαρακτηριστεί ένα σύγχρονο κράτος ως κράτος δικαίου, εάν δεν εξασφαλίζει δια της ποινικής του νομοθεσίας την απονομή ουσιαστικής δικαιοσύνης, με κυρίαρχο άξονα την αξία του ανθρώπου. Ενόψει του όπλου που διαθέτει η Πολιτεία έναντι των κοινωνών, ήτοι τη δυνατότητα επιβολής ποινής, η διασφάλιση των δικαιωμάτων του εκάστοτε προσώπου σε επίπεδο ουσιαστικού, αλλά και δικονομικού ποινικού δικαίου κρίνεται θεμελιώδης.


Η εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και ευημερίας επιτυγχάνεται ακριβώς δια της θέσεως σε ισχύ κανόνων ουσιαστικού ποινικού δικαίου, που προστατεύουν καίριας σημασίας έννομα αγαθά. Στο πλαίσιο ενός, υγιώς λειτουργούντος, κράτους δικαίου, σπουδαίο ρόλο διαδραματίζει η έλλογη ποινική μεταχείριση των κοινωνών, η οποία εκδηλώνεται στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 14 του Ποινικού Κώδικα (εφεξής ΠΚ 14). Το ΠΚ 14 κρίνεται θεμελιώδες, αφού καταδεικνύει σαφώς τον ορισμό της έννοιας του εγκλήματος, αποκαλύπτοντας στον ερμηνευτή του ποινικού δικαίου μεταξύ άλλων και τη βούληση του ποινικού νομοθέτη, αναφορικά με τον τρόπο δόμησης του ποινικού δικαιϊκού συστήματος. Έγκλημα, λοιπόν, είναι πράξη άδικη και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε, η οποία τιμωρείται από το νόμο. Η εξέχουσα σημασία της εν λόγω διάταξης αναδεικνύεται ήδη από την παράθεση της έννοιας της πράξης.


Όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί στην ποινική θεωρία, το ποινικό δίκαιο είναι δίκαιο της πράξης και όχι του προσώπου. Η νομοθετική βούληση εντοπίζεται ακριβώς στην πρόταξη αυτής έναντι του προσώπου. Η ποινική μομφή επικεντρώνεται στην αξιόποινη πράξη και επ ουδενί στο δημιουργό της, ώστε να επιβάλλεται ποινή για την πράξη του προσώπου που έθεσε σε κίνδυνο ή προκάλεσε βλάβη σε έννομα αγαθά. Συνέπεια αυτού είναι η δημιουργία ενός ποινικού συστήματος ασφάλειας και ελευθερίας, κατά το οποίο η Πολιτεία επιβάλλει ποινή για την τέλεση καθ’ εαυτήν του εγκλήματος και όχι προσωποκεντρικά, όχι δηλαδή επί τη βάση της ταυτότητας και της προσωπικότητας του δράστη της αξιόποινης πράξης.


Εξ αυτού του λόγου, τροποποιούνται με σαφήνεια και επάρκεια στον Ποινικό Κώδικα όλες οι βασικές εγκληματικές συμπεριφορές, ειδομένες υπό το πρίσμα της αξιόποινης πράξης. Στην ποινική θεωρία γίνεται λόγος, κατά την περιγραφή της πράξης στο νόμο, για την ειδική υπόσταση του εγκλήματος, όρος που περιλαμβάνει τόσο την αντικειμενική, όσο και την υποκειμενική υπόσταση αυτού. Το στάδιο κατά το οποίο θα αναλυθούν ζητήματα της θεωρίας της conditio sine qua non είναι αυτό της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συγκεκριμένα η σύνδεση της εγκληματικής πράξης, της εγκληματικής συμπεριφοράς, με το συγκεκριμένο αποτέλεσμα που προήλθε από την πρώτη Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή των προβλεπόμενων στο νόμο στοιχείων, αλλά συχνά και η συνδρομή κάποιων πρόσθετων άγραφων στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, όπως ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος.


Με την έννοια του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου αποδίδεται η σύνδεση της εγκληματικής συμπεριφοράς με το αποτέλεσμα, στοιχεία, τα οποία πρέπει να τελούν σε λογική σχέση αιτιότητας. Λογική, δε, σχέση αιτιότητας εγκληματικής συμπεριφοράς και αποτελέσματος υφίσταται, όταν το αποτέλεσμα οφείλεται σε πράξη του δράστη και όχι σε άλλη, διάφορη αιτία, που δε συνδέεται με την πράξη του προσώπου. Ενόψει της παρούσας έρευνας, στα εγκλήματα αποτελέσματος εντοπίζονται και τα περισσότερα ζητήματα από την άμεση εφαρμογή της θεωρίας της conditio sine qua non. Εγκλήματα αποτελέσματος χαρακτηρίζονται τα εγκλήματα, κατά τα οποία για την πλήρωση της αντικειμενικής τους υπόστασης απαιτείται, όχι απλώς η εκδήλωση μιας συμπεριφοράς από το δράστη, αλλά και η επενέργεια της επί ενός υλικού αντικειμένου, η οποία επιφέρει μία αισθητή κατά χώρο και χρόνο μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο2. Κριτήριο σε θεωρία και νομολογία για την ύπαρξη αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου της συμπεριφοράς του δράστη και του αποτελέσματος στα εγκλήματα αυτά, ήταν, αμιγώς, επί δεκαετίες, η θεωρία της conditio sine qua non.


Η θεωρία αυτή απαντά στο ερώτημα ‘πότε στο στάδιο της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος, συνδέεται αιτιωδώς η εγκληματική συμπεριφορά του δράστη με το αποτέλεσμα.’ Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, όπως αποτυπώθηκε και νομολογιακά, αίτιο, όρος ενός αποτελέσματος είναι κάθε συμπεριφορά, κάθε περιστατικό, που δε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ελλείπει, χωρίς να συναπολείπεται κατ ΄ ανάγκη και το αποτέλεσμα3. Παράδειγμα βοηθητικό της κατανόησης αυτής της θεωρίας είναι τα εξής: Ο Α αποφασίζει να αφαιρέσει τη ζωή του Β. Παραφυλά έξω από το σπίτι του και όταν ο Β καταφθάνει, τον πυροβολεί στην καρδιά, με αποτέλεσμα ο Β να πεθάνει ακαριαία. Ο Α υπέχει βάση της conditio sine qua non ποινική ευθύνη για την ανθρωποκτονία που τέλεσε, αφού ο θάνατος του Β δε θα επερχόταν αν εξέλειπε η συμπεριφορά του Α.



Κατά τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων λοιπόν(conditio sine qua non), αίτιο ενός αποτελέσματος είναι κάθε συμπεριφορά, η οποία, αν εξέλειπε, δε θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για το αποτέλεσμα. Δε δυνάμεθα να μιλήσουμε για το εν λόγω αποτέλεσμα, δίχως τη συνδρομή της εν λόγω αιτίας, του εν λόγω όρου που το προκάλεσε. Επιπροσθέτως, δυνάμει του ονόματος της ίδιας της θεωρίας, κάθε όρος είναι αιτιώδης, είτε είναι ένας εκ των πολλών που συνέτρεξαν στο εκάστοτε συμβάν, είτε έχει βαρύνουσα, είτε ελάχιστη σημασία για την επέλευση του αποτελέσματος. Στο ως άνω παράδειγμα, αν ο Α χτυπήσει τον Β με σκοπό να τον τραυματίσει ελαφρά, αλλά ο Β πεθάνει από έμφραγμα, επειδή του προκλήθηκε μείζων φόβος, πάλι κατά τη θεωρία της conditio sine qua non, ο Α υπέχει ποινική ευθύνη, αφού, αν δεν τραυμάτιζε τον Β, δε θα επερχόταν η επιβάρυνση της υγείας του που οδήγησε και στο θάνατό του.


Η θεωρία του ισοδυνάμου των όρων κρίνεται ικανοποιητική για να καλύψει ένα ευρύ φάσμα αξιοποίνων συμπεριφορών, εμφανίζεται ωστόσο ελλιπής σε ζητήματα απρόβλεπτων και τυχαίων γεγονότων. Ας υποθέσουμε, πως στο παραπάνω παράδειγμα ο Α οδηγεί το αυτοκίνητό του προσεκτικά, με κανονική ταχύτητα, και συγκρούεται με τον πεζό Β που πετάχτηκε στη μέση του δρόμου με αποτέλεσμα να τραυματιστεί , διότι ο Α δεν προλαβαίνει να φρενάρει. Το ασθενοφόρο που μεταφέρει τον Β συγκρούεται με ένα έτερο Ι.Χ., ώστε ο Β πεθαίνει κατά τη δεύτερη αυτή συμπλοκή. Εάν υιοθετήσουμε κατά γράμμα τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι και σε αυτή την περίπτωση, ο Α υπέχει ποινική ευθύνη, παρά το γεγονός της παρεμβολής ενός άλλου περιστατικού μεταξύ της υπό κρίση πράξης και του αποτελέσματος. Καθίσταται, έτσι, σαφές το κρίσιμο ζήτημα της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων, αυτό δηλαδή της υπέρμετρης διεύρυνσης της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων.


Η άνευ περιορισμού υιοθέτηση της εν λόγω θεωρίας, όχι μόνο θα δημιουργούσε ανυπέρβλητη ανασφάλεια δικαίου, αλλά θα έπληττε στον πυρήνα της την ίδια την ποινική δικαιοσύνη, αφού θα προσέβαλε καταφανώς το κοινό περί δικαίου αίσθημα και ως εκ τούτου την εμπιστοσύνη στους ποινικούς θεσμούς. Όμως, όπως αναλύθηκε εξαρχής, το ποινικό δίκαιο ενδιαφέρεται για συγκεκριμένες πράξεις, που στοχευμένα πλήττουν έννομα αγαθά. Η πλήρης υιοθέτηση της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων χωρίς την απαραίτητη διόρθωσή της από τη θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού, θα κλόνιζε συθέμελα το ποινικό δίκαιο και θα απαιτούσε από τους κοινωνούς να υπερβούν τυχαία και απρόβλεπτα εμπόδια, ώστε να υπακούσουν στους ποινικούς κανόνες. Η ποινική μομφή σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου επουδενί δε μπορεί να θεμελιωθεί σε απρόβλεπτα, υποθετικά ή εξαιρετικά δύσκολα να αποφευχθούνσυμβάντα και συμπεριφορές. Ο κοινωνός του δικαίου δε δύναται να αναχθεί σε νιτσεϊκό υπεράνθρωπο, ούτε δύναται η Πολιτεία να αξιώνει από τους πολίτες την υπέρμετρη, πέραν των ανθρωπίνως δυνατή, υπακοή τους στους ποινικούς κανόνες.


Εξ αυτού του λόγου, η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού κρίνεται ικανή να επιτελέσει μία λογική και θεμιτή διορθωτική λειτουργία της conditio sine qua non και να θεραπεύσει τα ελαττώματά της. Σύμφωνα με αυτήν, το εκάστοτε αποτέλεσμα μπορεί να υπαχθεί στη συμπεριφορά του δράστη όταν συνιστά πραγμάτωση ενός νομικά σημαντικού κινδύνου4, δηλαδή σύνδεση του κινδύνου που θέτει ο δράστης και του αποτελέσματος. Κοινώς, δεν αρκεί η διαπίστωση του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, με βάση τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, αλλά απαιτείται μία πρόσθετη έρευνα για να εξακριβωθεί αν το αποτέλεσμα, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά, μπορεί να καταλογιστεί αντικειμενικά σε αυτήν. Η συνάφεια κινδύνου συνιστά ένα κριτήριο που προλαμβάνει περιπτώσεις τύχης, ή συμπεριφορές μη δυνάμενες να προβλεφθούν, συμπεριφορές εκτός του πεδίου ελέγχου του δράστη. Το κριτήριο αυτό, που τίθεται με την παραπάνω θεωρία, περιορίζει το αξιόποινο στο μέτρο το λογικού και του ανθρωπίνως δυνατού και επικρατεί πλέον και στην ελληνική νομολογία, η οποία χρησιμοποιεί συγγενείς φράσεις, για να περιγράψει τον αντικειμενικό καταλογισμό στα εγκλήματα αποτελέσματος.


Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 214/2015 του Εφετείου Πατρών, κατά την οποία, « πρέπει δε να σημειωθεί, ότι δεν ενδιαφέρει η οποιαδήποτε πράξη ενός προσώπου, ως συμπεριφορά, που μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη για ένα έγκλημα αποτελέσματος, αλλά μόνο η επικίνδυνη εκείνη πράξη, που ως τέτοια αποτέλεσε την "ενεργητική αρχή", δηλαδή ενεργοποίησε ένα κίνδυνο, ο οποίος στη συνέχεια πραγματώθηκε στην επελθούσα βλάβη του εννόμου αγαθού. Τότε μόνο και ο αντικειμενικά αιτιώδης σύνδεσμος καθίσταται ορισμένος και μπορούμε να πούμε ότι βρίσκεται σε "φυσική ενότητα" με το επελθόν αποτέλεσμα. Αυτό, άλλωστε, αξιώνει το Σύνταγμα και ο Ποινικός μας Κώδικας.» Στην απόφαση αυτή τίθεται εναργέστερα η προϋπόθεση του νομικά σημαντικού κινδύνου και η ανάγκη να καταστεί ορισμένος ο αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος. Ο σκοπός είναι να διαπιστωθεί, όπως τόνισε η νομολογία, αν η πράξη είναι αντικειμενικώς καταλογιστή στον δράστη, με την έννοια ότι η επικίνδυνη συμπεριφορά που έθεσε μετουσιώθηκε στο αποτέλεσμα, το οποίο είναι η προσβολή του εκάστοτε εννόμου αγαθού5.



Μέσα από αυτές τις παρατηρήσεις καθίσταται σαφής η αξία της θεωρίας του αντικειμενικού καταλογισμού για την ελληνική ποινική έννομη τάξη. Η a priori απόδοση ποινικής μομφής στο εκάστοτε πρόσωπο με κριτήρια απεριόριστα δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου, οι οποίες θέτουν στο επίκεντρο την αξία του προσώπου, είτε αυτό είναι το θύμα της αξιόποινης πράξης, είτε ο ίδιος ο δράστης. Η διεύρυνση του αξιοποίνου η οποία εδράζεται σε τυχαιότητες και υποθετικά σενάρια, συνιστά έμμεση προσβολή της αξίας του ανθρώπου και δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας και φόβου έναντι του ποινικού νομοθέτη. Το ποινικό δίκαιο, ωστόσο, δε δύναται να θεμελιώνει την ισχύ του στο φόβο και την ανασφάλεια, αλλά προέχει η ανάδειξη της επανορθωτικής του λειτουργίας και η λογική αποκατάσταση της διασαλευθείσας κοινωνικής ειρήνης, δίχως να πλήττεται υπέρμετρα η προσωπικότητα των κοινωνών.



Παραπομπές

1: Μυλωνόπουλος Χρίστος, Ποινικό Δίκαιο: Γενικό Μέρος, Σάκκουλας, Αθήνα, 2020, σελ. 127

2: Μυλωνόπουλος Χρίστος, 2020, ο.π., σελ. 178

3: Ανδρουλάκης Νικόλαος, Ποινικό Δίκαιο : Γενικό μέρος Ι , Θεωρία για το έγκλημα, Σάκκουλας, Αθήνα, 2006, σελ. 199

4: Γεωργάκης Ιωάννης, Ποινικό Δίκαιο, Σάκκουλας, Αθήνα, 1991, σελ. 207

5: ΕφΠατρ 214/2005, NOMOS, προσπελάστηκε στις 29/04/2021


Πηγή εικόνας: https://www.jayandco.com.au/criminal-law-police-powers-of-arrest/

507 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων