• Just in Case

Ο βρασμός ψυχικής ορμής και εγκλήματα από ζήλεια και πάθος σύμφωνα με τον Etienne De Greeff

📝Άρθρο της Εύης Σούκη, προπτυχιακής φοιτήτριας Κοινωνιολογίας Πάντειου Πανεπιστημίου Αθηνών


Α. Εγκλήματα από πάθος και ζήλεια.

Συχνό φαινόμενο αποτελεί πολλά από τα ζευγάρια ανθρώπων που έχουν ερωτική σχέση, να χαρακτηρίζονται ως τοξικά εξαιτίας του έντονου συναισθήματος ζήλειας που κυριαρχεί είτε σε έναν από τους δύο είτε ακόμα και στους δύο(ή σε όσα άτομα αποτελούν τη σχέση).Ως απόρροια του φαινομένου αυτού, παρατηρείται έντονη εκδήλωση βίαιων αισθημάτων κατά του ενός μέλους της σχέσης από το άλλο(ή ακόμη και από τα άλλα).Τέτοιου είδους εγκλήματα, εύκολα στο να κριθούν και συναρπαστικά προς το κοινό ,χαρακτηρίζονται ανθρωποκτονίες εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Είναι γενικά παραδεκτό, πως η ζήλεια αποτελεί για τους περισσοτέρους γνώριμο και φυσιολογικό χαρακτηριστικό σε μια σχέση, γεγονός το οποίο οφείλεται σύμφωνα με τον πρωτοπόρο Βέλγο εγκληματολόγο Etienne De Greeff, στο οτι σε αυτές τις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας, ο ίδιος ο δράστης βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα σε ένα παιχνίδι καταναγκασμών από το οποίο δεν μπορεί να αποδράσει. Έτσι, χιλιάδες άνθρωποι νιώθουν να συνδέονται το δράστη δημιουργώντας μία ευνοϊκή στάση του κοινού προς εκείνον! Σύμφωνα με τον ομότιμο Καθηγητή Εγκληματολογίας στη Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών και Καθηγητή Ποινικών Επιστημών στη Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Λευκωσίας Νέστορα Ε. Κουράκη, ο λόγος που οι κοινωνίες θεωρούν τα εγκλήματα από έρωτα και πάθος τόσο ελκυστικά βρίσκεται στην ίδια τη σημασία των λέξεων έγκλημα και έρωτας.


Το “έγκλημα” ουσιαστικά είναι η παράβαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και ηθικών αξιών που έχουν διαμορφωθεί από το κράτος σε νόμους. Το “ερωτικό” πάθος αποτελεί τη σφοδρή επιθυμία κάποιου (κυρίως του άντρα) να κατακτήσει ολοκληρωτικά και με κάθε τρόπο το αγαπημένο του πρόσωπο. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι στη φύση του ανθρώπου να παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα του συνανθρώπου του. Δημιουργείται επομένως μια σύγκρουση ανάμεσα στις ψυχικές δυνάμεις του ατόμου, που το οδηγούν στο έγκλημα, και στη φύση του να διατηρεί ειρηνικές σχέσεις με τους γύρω του. Αυτή ακριβώς η εσωτερική πάλη του δράστη, οδηγεί το κοινωνικό σύνολο στο να τον αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη επιείκεια και οίκτο, από οτι έναν ψυχρό δολοφόνο ο οποίος δεν πράττει υπό την επήρεια τόσο έντονων συναισθημάτων.


Β.Λίγα λόγια για τον Etienne De Greeff.

O Etienne De Greeff είναι γεννημένος στις 28 Οκτωβρίου του 1898 σε ένα χωριό στο σημερινό Βέλγιο, το Maulde. Από μικρή ηλικία αποδείχθηκε εξαιρετικός μαθητής με ιδιαίτερα μεγάλη φαντασία. Ένα σημαντικό συμβάν στην ηλικία των 10 ετών που πιθανόν τον σημάδεψε στη ζωή του, ήταν όταν σε ένα διάλειμμα εν ώρα σχολείου κάποιος νεαρός ήρθε και ζήτησε να πάρει στο σπίτι τον μικρό του αδερφό(συμμαθητή του De Greeff) με τη δικαιολογία ότι είχε πεθάνει η θεία τους, ενώ τελικά αποκαλύφθηκε ότι ο νεαρός αυτός είχε σκοτώσει τη θεία τους. Έτσι, για πρώτη φορά κατάλαβε ότι το παρουσιαστικό ενός δολοφόνου δε διαφέρει από τους υπόλοιπους μη εγκληματίες ανθρώπους.


Αφού λοιπόν τελειώνει το κολλέγιο, το 1916, μένει για δύο χρόνια στο χωριό του μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, αφού τα Πανεπιστήμια ήταν τότε κλειστά. Τελικά σπούδασε Ιατρική στην Louvain και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική. Ξεκινάει την καριέρα του αναλαμβάνοντας διάφορες διευθύνσεις τμημάτων ιατρικής και ψυχιατρικής σχολείων, κλινικών και Πανεπιστημίων (Σχολή Εγκληματολογικών Επιστημών), ενώ παράλληλα ασχολείται αρκετά με νέες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους της ψυχιατρικής, την υστερία, τις αγχώδεις και πιεστικές καταστάσεις, την μετωπική λευκοτομή και άλλες.


Γ. Ανθρωποκτονία εξαιτίας ζήλειας και πάθους σύμφωνα με τον Etienne De Greeff.

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχολεί έντονα τα ζευγάρια, είναι να εξελίσσονται ταυτόχρονα στην ζωή τους και να διαρκέσει η έλξη μεταξύ τους. Συχνά όμως, η προσπάθεια της αμοιβαίας ικανοποίησης γρήγορα εγκαταλείπεται από τον έναν ή τον άλλον ή και από τους δύο. Ο καθηγητής Ley διακρίνει τέσσερα είδη ζήλειας: τη συγκίνηση-σοκ, τη ροπή για ζήλεια, τη ζήλεια-πάθος και την παθολογική ζήλεια, τα οποία μπορεί να συντρέχουν σε ένα πρόσωπο σωρευτικά. Η ζήλεια, ως ψυχολογική κατάσταση, είναι συνδεδεμένη με μία επιθετικότητα και όταν λειτουργεί με τον καθορισμένο τρόπο της, δημιουργείται μια υποτίμηση της αξίας του αγαπημένου προσώπου το οποίο την δέχεται. Η προβληματική αυτή κατάσταση την οποία δημιουργεί σε μία σχέση ενδέχεται να εξαλειφθεί είτε μετά από ορισμένη χρονική περίοδο, είτε με έκρηξη, είτε με φθορά ή ακόμη και με προσαρμογή του ‘ζηλιάρη’ στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Υπάρχει όμως ορισμένος αριθμός περιπτώσεων, όπου τελικά η ζήλεια οδήγησε στην ανθρωποκτονία. Εν προκειμένω, η ανθρωποκτονία εξαρτάται από σοβαρές ανεπάρκειες του χαρακτήρα του δράστη, οι οποίες μπορεί να είναι είτε φυσικές είτε ψυχικές. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στην αρχή ένα έγκλημα από ζήλεια μπορεί να φαινόταν ένα έγκλημα από ερωτική αγανάκτηση, στην πραγματικότητα προκύπτει από ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας του δράστη λόγω της ανεπάρκειάς του. Για τον ίδιο, η τέλεση της ανθρωποκτονίας υποδεικνύει ότι αν εξαφανιστούν οι αιτίες των ψυχικών παθών του, τότε τα πράγματα θα είναι καλύτερα. Το έγκλημα πάθους είναι μία πράξη εκδίκησης και συνάμα απόδοσης δικαιοσύνης για το δράστη, ενώ μια απότομη συγκίνηση μπορεί να αποτελέσει αιτία για να προβεί ο ένοχος στην μοιραία αυτή πράξη. Σύμφωνα λοιπόν με τον De Greeff, εκείνοι που διαπράττουν τέτοιου είδους εγκλημάτα, δεν είναι παρά μη ομαλοί και ανισόρροποι. Το έγκλημα πάθους αποτελεί μία αποτυχία της προσωπικότητας μπροστά στο πρόβλημα της ύπαρξης και μπροστά στο πρόβλημα του άλλου. Ωστόσο, οι άνθρωποι τείνουν να ταυτίζονται ευκολότερα με τον ‘ζηλιάρη” άνθρωπο, ο οποίος μέσα στη φυλακή έχει πραγματικά προτερήματα, καθώς νιώθει κατώτερος από άλλους.


Τα εγκλήματα αυτά λοιπόν συχνά ακούγονται ως εγκλήματα εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Ας δούμε όμως πρώτα τι καταδικάζεται ως έγκλημα και πότε είναι ορθό να χαρακτηρίζεται ως τέτοιο.


Δ. Πότε υπάρχει έγκλημα;

Τα βασικά στοιχεία που πρέπει να υπάρχουν για να αποκαλέσει το δικαστήριο μια αξιόποινη πράξη ως έγκλημα είναι τα εξής: α) η ειδική υπόσταση, β) το άδικο και γ) ο καταλογισμός. Με λίγα λόγια, η ειδική υπόσταση περιέχει την αντικειμενική υπόσταση (τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως το υποκείμενο, την εγκληματική πράξη και το θύμα) και την υποκειμενική υπόσταση, στοιχεία δηλαδή που ανάγονται στον εσωτερικό κόσμο του δράστη και εκφράζουν τον υποκειμενικό ψυχικό σύνδεσμο εκείνου με την πράξη (όπως την υπαιτιότητα, δηλαδή το δόλο ή την αμέλεια) και τα υποκειμενικά στοιχεία του αδίκου (subjektive Unrechtselemente). Όταν τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν, τότε δεν υπάρχει και άδικη πράξη. Το άδικο θεμελιώνεται οριστικά όταν δεν συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου, πχ εγκλήματα που γίνονται με στόχο την άμυνα. Ο καταλογισμός σημαίνει να έχει ο δράστης, πρώτον την ικανότητα προς καταλογισμό-βιολογικό στοιχείο καταλογισμού, δεύτερον να έχει τη συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της πράξης του και να έχει τη δυνατότητα να πράξει διαφορετικά -βουλητικό και δεοντολογικό στοιχείο καταλογισμού. Τέλος, ο βρασμός ψυχικής ορμής είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και μία θεωρητική σημασία που το δικαστήριο καλείται να εξειδικεύσει.


Ε. Πώς δικάζεται το έγκλημα εν βρασμώ ψυχικής ορμής;

Σύμφωνα με την 2η παράγραφο του άρθρου 299 του ΠΚ (Ποινικού Κώδικα), η ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής καταδικάζεται με κάθειρξη. Αντίθετα, η 1η παράγραφος του ίδιου άρθρου αναφέρεται και αυτή σε ανθρωποκτονία με πρόθεση, που τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. Η διαφορά λοιπόν υπάρχει στο ότι όταν δεν αναφέρεται ο όρος «κάθειρξη τόσων ετών», σημαίνει ότι το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει κάθειρξη όσων χρόνων θεωρήσει ότι χρειάζεται ο δράστης ανάλογα με την υπόθεση. Άρα, στην ανθρωποκτονία, ο βρασμός ψυχικής ορμής θεωρείται ελαφρυντικό και το έγκλημα αυτό αποκαλείται προνομιούχο. Προνομιούχο έγκλημα είναι μια εγκληματική παραλλαγή του βασικού εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο, η οποία είναι ευνοϊκή για το δράστη. Επομένως, η ανθρωποκτονία της 1ης παραγράφου και της 2ης του άρθρου 299 ΠΚ έχουν την ίδια υποκειμενική υπόσταση, ακόμη και όταν υπάρχει το ελαφρυντικό (ο βρασμός ψυχικής ορμής), πάλι υπάρχει ο δόλος- άμεσος δόλος 1ου βαθμού, άμεσος δόλος 2ου βαθμού ή ενδεχόμενος δόλος-, χωρίς ουσιαστικά να διαφοροποιείται η υπαιτιότητα του δράστη, αλλάζει ένα ψυχικό στοιχείο της συμπεριφοράς του.


ΣΤ. Τι είναι ο βρασμός ψυχικής ορμής;

Ο βρασμός ψυχικής ορμής αποτελείται από τρία βασικά στοιχεία: α) ξαφνική υπερένταση συναισθήματος ή πάθους, β) ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από την παραπάνω υπερένταση και γ) τον αποκλεισμό της ικανότητας της σκέψης του δράστη. Επομένως, ένας ενδεικτικός ορισμός θα μπορούσε να είναι ο εξής: Βρασμός ψυχικής ορμής είναι η ψυχική κατάσταση που αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή την στάθμιση αιτιών που κινούν σε τέλεση πράξης και συγκρατούν από την τέλεση της, και οφείλεται σε ψυχική υπερδιέγερση που προκαλείται από αιφνίδια υπερένταση συναισθήματος ή πάθους. Όσον αφορά τώρα, τη διάρκεια του βρασμού της ψυχικής ορμής, πρέπει να επισημανθεί ότι ο βρασμός πρέπει να υπάρχει και κατά την απόφαση και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, δηλαδή να διαρκεί σε όλο το χρονικό διάστημα μεταξύ απόφασης και εκτέλεσης. Ωστόσο, πολλές και διαφορετικές απόψεις υπάρχουν όσον αφορά το πότε έχουμε βρασμό ψυχικής ορμής. Για παράδειγμα, άλλοι θεωρούν ότι τέτοια εγκλήματα μπορούν να δημιουργήσουν η έλλειψη ήρεμης σκέψης, ή η ιδιαίτερη ένταση ψυχικής ορμής που υπερβαίνει τη συνηθισμένη εκδήλωσή της, ακόμη και μία (ασήμαντη)αφορμή που όργισε το δράστη (επειδή η ψυχική ορμή ταυτίζεται με την οργή). Με λίγα λόγια, άλλοι θεωρούν σημαντική την ξαφνική υπερένταση του συναισθήματος, ενώ άλλοι θεωρούν ότι βρασμός μπορεί να είναι οποιαδήποτε υπερένταση πάθους που μπορεί να δημιουργείται σταδιακά στον ψυχικό κόσμο του δράστη. Μπορεί δηλαδή η υπερένταση αυτή του συναισθήματος του δράστη να μην ήταν μία περίπτωση ξαφνικής ψυχικής διέγερσης αλλά το αποτέλεσμα μίας κατάστασης στην οποία ο δράστης βρισκόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα και όταν βρέθηκε η κατάλληλη αφορμή οδηγήθηκε σε ψυχική υπερδιέγερση.


Διαβάζοντας τη 2η παράγραφο του άρθρου 299 ΠΚ καταλαβαίνουμε ότι ο νομοθέτης ενδιαφέρεται για το πόσο επηρέασε το δράστη αυτή η ψυχική υπερδιέγερση και όχι για το εάν ξεκίνησε ξαφνικά ή είχε διάρκεια . Ως παράδειγμα, μπορούμε να φέρουμε στο νου μας τις κακοποιημένες συζύγους, που προβαίνουν στην ανθρωποκτονία των συντρόφων τους, όταν συνήθως εκείνοι βρίσκονται σε αδρανή κατάσταση. Τότε ο νομοθέτης δεν μπορεί να κατατάξει το έγκλημα αυτό σε έγκλημα όπου επικρατεί ψυχική ηρεμία στον εσωτερικό κόσμο της συζύγου (μετά από καιρό κακοποίησης, προφανώς ο ψυχικός κόσμος της συζύγου δε βρίσκεται σε ψυχική ηρεμία). Ούτε βέβαια μπορεί να καταταχθεί το έγκλημα σε έγκλημα εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το δικαστήριο καταλήγει στο άρθρο 299 ΠΚ ,2η παράγραφος, εφόσον δεν το ενδιαφέρει αν η υπερδιέγερση του συναισθήματος ήταν ξαφνική ή όχι.

Ωστόσο, ο νομοθέτης περιορίζεται μόνο στο ψυχολογικό κριτήριο, δηλαδή στο αν η αφορμή που οδήγησε το δράστη στο έγκλημα είναι δικαιολογημένη ή όχι. Αδιάφορη του είναι και η ποιότητα των συναισθημάτων που προκάλεσαν το βρασμό, καθώς και το αν η ικανότητα στάθμισης των κινήτρων λόγω ψυχικής ταραχής οφείλεται σε ασθενικά συναισθήματα. Η ψυχική υπερδιέγερση είναι μία ψυχική κατάσταση συναισθηματικής έξαψης, μεγάλης έντασης, που εμποδίζει τη λειτουργία των ανασταλτικών μηχανισμών του υπερεγώ του δράστη, χωρίς να φτάνει βέβαια στην ανικανότητα του καταλογισμού (α.34 ΠΚ), μπορεί να οδηγήσει στην κατάσταση μειωμένου καταλογισμού (α.36 ΠΚ). Ο δράστης δηλαδή αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του, αλλά δεν μπορεί να αντιδράσει σύμφωνα με τη λογική του, αφού εκείνη τη στιγμή ο ψυχικός του κόσμος «έχει θολώσει» από έντονα συναισθήματα.


Καταλήγοντας, συμπεραίνουμε πως ο νομοθέτης με το άρθρο 299 ΠΚ, 2η παράγραφος, δε θέλει να αφήσει ατιμώρητο το δράστη, εφόσον εκείνος αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε τη στιγμή της εκτέλεσης του εγκλήματος, αλλά από την άλλη προσπαθεί να δείξει επιείκεια, σεβόμενος την ψυχική του κατάσταση.





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

· Etienne De Greeff. “Έρωτας και Εγκλήματα’ .Εκδόσεις: Νομική Βιβλιοθήκη, 1989

· Ιακ. Ι. Φαρσεδάκη. ‘Στοιχεία Εγκληματολογίας’ .Εκδόσεις: Νομική Βιβλιοθήκη, 2005

· Στεφ. Παύλου- Ι .Μπέκας – Αν. Αποστολίδου . ‘Ποινικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος . ‘ Εκδόσεις: Π.Ν. Σάκκουλας . 2021

· Νέστορα Ε. Κουράκη, <<Τα εγκλήματα ερωτικού πάθους:Εισαγωγικές παρατηρήσεις * >> , Website: Intellectum Εκδόσεις Δράσεις https://www.intellectum.org/2017/07/09/crimes-of-love-passion/ , 9-05-2021

· Ασπιώτη Αναστασία, «Ειδικά ζητήματα βρασμού ψυχικής ορμής.» Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία, Δημοκράτειο Πανεπιστήμιο Θράκης – Νομική Σχολή,Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών-Τομέα Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών , Κομοτηνή 2017

https://repo.lib.duth.gr/jspui/bitstream/123456789/10908/1/Aspioti.pdf , 9-05-2021

Πηγή εικόνας: https://www.ed2go.com/courses/legal/legal-studies/ilc/introduction-to-criminal-law


335 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων