• Μαρίλια Πλατσά

Συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές: Η συμβατότητά τους με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο

H υπόθεση MSS κατά Βελγίου και Ελλάδος


📝Άρθρο της Μαρίλιας Πλατσά, προπτυχιακής φοιτήτριας του ΕΚΠΑ


Το ελληνικό κράτος έχει προσχωρήσει σε πληθώρα διεθνών και ευρωπαϊκών συμβάσεων που έχουν ως σκοπό την αποκρυστάλλωση και προώθηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βαρύνουσας σημασίας είναι η προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Εντούτοις, ιδίως όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης στα κέντρα εντός της επικράτειάς του , δεν έχει κατορθώσει ακόμη να εναρμονιστεί πλήρως με τις επιταγές της ΕΣΔΑ, γεγονός που αποδεικνύεται από την προσφυγή κρατηθέντων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) με αίτημα την παροχή έννομης προστασίας και καταδίκη της χώρας εξαιτίας παραβίασης άρθρων της συνθήκης, όπως το αρ.3 ΕΣΔΑ.

Η Ελλάδα έχει αρκετές φορές απασχολήσει και εν τέλει καταδικαστεί από το ΕΔΑΔ, εξαιτίας των μη πρεπουσών συνθηκών που επικρατούν εντός των καταστημάτων κράτησης της. Η πρακτική αυτή της χώρας αντίκειται τόσο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όσο και σε διεθνείς συμβάσεις, όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα στο οποίο αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος ήδη από το 1976.

Εν προκειμένω θα εξεταστεί μία από τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ στην οποία το Ελληνικό κράτος καταδικάστηκε εξαιτίας παραβίασης άρθρων της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, στην υπόθεση M.S.S κατά Βελγίου και Ελλάδος (2011) ο Αφγανός υπήκοος M.S.S. προσέφυγε στο δικαστήριο καταγγέλλοντας την Ελλάδα και το Βέλγιο για τις μη αξιοπρεπείς συνθήκες κράτησης που στις οποίες υπεβλήθη. Επικαλέστηκε επομένως καταστρατήγηση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ.

Πιο συγκεκριμένα τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως αφετηρία τις αρχές του έτους 2008 , όταν ο προσφεύγων αναχώρησε από την Καμπούλ και δια μέσου Ιράν και Τουρκίας κατόρθωσε να φτάσει στην Ελλάδα και, συνεπώς, στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Ελληνικές αρχές προέβησαν σε ταυτοποίηση του με την λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και, επειδή δεν διέθετε κάρτα παραμονής στην χώρα, τον κράτησαν για μία εβδομάδα. Μετά την άφεσή του, εξέδωσαν διαταγή ζητώντας του να αποχωρήσει από το ελληνικό έδαφος. Ο ίδιος δεν προχώρησε σε αίτηση για παροχή ασύλου στην Ελλάδα. Λίγους μήνες αργότερα διαμέσου Γαλλίας έφτασε στο Βέλγιο, όπου και κατέθεσε αίτηση ασύλου. Οι Βελγικές αρχές, με βάση τους κανόνες του κανονισμού Δουβλίνο ΙΙ, αποφάνθηκαν ότι η Ελλάδα ήταν υπεύθυνη για την αίτηση ασύλου καθώς εκεί είχε ταυτοποιηθεί για πρώτη φορά ο αιτών. Επί σιωπής των Ελληνικών αρχών , το Βέλγιο επιλήφθηκε του αιτήματος , ωστόσο τον Μάϊο εξέδωσε ένταλμα για να φύγει από την χώρα.

Τον Ιούνιο του 2009 ο προσφεύγων καταλήγει και πάλι στην Ελλάδα , με την άφιξη του στο Ελευθέριος Βενιζέλος να ακολουθεί η εισαγωγή του σε κατάστημα κράτησης δίπλα στο αεροδρόμιο. Λίγες μέρες αργότερα απελευθερώνεται και του δόθηκε από τις Ελληνικές αρχές κάρτα αιτούντος άσυλο. Παράλληλα του ζητήθηκε να παρουσιαστεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής προκειμένου να γνωστοποιήσει τη διεύθυνση κατοικίας του. Ελλείψει πρωταρχικών μέσων διαβίωσης και σε συνθήκες ένδειας, ο προσφεύγων κατέφυγε σε ένα πάρκο στο κέντρο της Αθήνας που ήταν συγκεντρωμένοι και άλλοι Αφγανοί αιτούντες ασύλου. Δεν εμφανίστηκε στα κεντρικά της Αστυνομικής Αρχής με έδρα την Αθήνα και επιχείρησε ανεπιτυχώς να δραπετεύσει από την χώρα με πλαστή βουλγαρική ταυτότητα. Στο αεροδρόμιο οι Ελληνικές αρχές τον συνέλαβαν και έπειτα τοποθετήθηκε σε κέντρο κράτησης για 7 ημέρες στο ίδιο κτήριο .

Στο δικόγραφο του ο προσφεύγων περιγράφει τις συνθήκες διαβίωσης στο εσωτερικό των καταστημάτων κράτησης στην Ελλάδα. Αναλυτικότερα αναφέρει ότι τον κλείδωσαν μαζί με επιπλέον 20 κρατούμενους σε έναν στενόχωρο δωμάτιο εντός κτηρίου δίπλα στο αεροδρόμιο που λειτουργούσε ως κατάστημα κράτησης. Καταγγέλλει απουσία ελεύθερης πρόσβασης στους χώρους προσωπικής υγιεινής, η οποία επιτρεπόταν μόνο υπό την επίβλεψη των φρουρών, καθώς και απαγόρευση πρόσβασης του σε ανοιχτούς χώρους. Η ποσότητα φαγητού που του αντιστοιχούσε ήταν ανεπαρκής, ενώ αναγκαζόταν να κοιμάται σε βρώμικα στρώματα ή ακόμα και στο πάτωμα. Όσον αφορά το δεύτερο διάστημα παραμονής του στο κατάστημα , ισχυρίστηκε ότι αστυνομικοί που ήταν υπεύθυνοι του κέντρου βιαιοπράγησαν εις βάρος του.

Με βάση τους εκτιθέμενους ισχυρισμούς και την εξέταση των σχετικών εκθέσεων διεθνών οργανισμών και φορέων, το δικαιοδοτικό όργανο του Στρασβούργου δέχτηκε, μεταξύ άλλων, την παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ .Οι εκθέσεις αυτές αποκαλύπτουν έλλειψη υποδομών, απουσία υγιεινής, αδυναμία πρόσβασης σε περίθαλψη. Η πλειονότητα των κρατουμένων κατήγγειλε επιπλέον και περιστατικά ρατσιστικών επιθέσεων, ύβρεων και άσκησης φυσικής βίας από τους φρουρούς.

Το ΕΔΑΔ, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, συμπέρανε ότι η Ελλάδα παραβιάζει συστηματικά δικαιώματα κρατουμένων αιτούντων άσυλο. Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς». Η απαγόρευση των βασανιστηρίων, η πιό σοβαρή μορφή παραβίασης, είναι απόλυτη, επομένως δεν υπόκειται σε περιορισμούς και ούτε συνθήκες έκτακτης ανάγκης δικαιολογούν άρση της. Η απολυτότητα αυτή εκτείνεται και στην απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση που αποκλείεται ακόμα και σε περιπτώσεις απειλής του έθνους, όπως ορίζει η ρήτρα του άρθρου 15 ΕΣΔΑ.

Το δικαστήριο υποστηρίζει ότι για να υπαχθούν πραγματικά περιστατικά στην έννοια της απάνθρωπης μεταχείρισης πρέπει να πληρούν ένα ελάχιστο επιτρεπτό όριο σοβαρότητας και έντασης, το οποίο πάντοτε εξετάζεται in concreto. Η απάνθρωπη μεταχείριση πρέπει να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά μιας μεταχείρισης προμελετημένης, έχουσας διάρκεια, που προκάλεσε είτε πραγματική σωματική βλάβη είτε οξύ φυσικό ή πνευματικό πόνο. Η εξευτελιστική μεταχείριση, συνίσταται στην πρόκληση στα θύματα αισθήματος φόβου , αγωνίας, κατωτερότητας. Κρίσιμη στην περίπτωση αυτή δεν είναι η πρόθεση εξευτελισμού αλλά το πραγματικό περιστατικό του εξευτελισμού. Επομένως ακόμα και επί απουσίας σχετικής πρόθεσης μπορεί να εγερθεί ζήτημα παραβίασης του άρθρου 3.

Το δικαστήριο τόνισε επίσης την θετική υποχρέωση του κράτους, εν προκειμένω της Ελλάδας, να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Υπάρχει υποχρέωση επομένως για ανάληψη μέτρων πρόσφορων να εγγυηθούν ότι κανένας άνθρωπός εντός της δικαιοδοσίας του κράτους δεν θα υποστεί βασανιστήρια , απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ούτε από κρατικά όργανα αλλά ούτε και από ιδιώτες. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε περίπτωση που ένας κρατούμενος εισήχθη υγιής αλλά κατά την απελευθέρωση του εμφανιστεί ψυχικά ή σωματικά τραυματισμένος, τότε το κράτος οφείλει να προβάλει εύλογη εξήγηση για τα αίτια των τραυμάτων αυτών, διαφορετικά παραβιάζει το άρθρο 3 ΕΣΔΑ.

Συμπληρωματικά, τα συμβληθέντα στην ΕΣΔΑ κράτη, όπως η Ελλάδα, φέρουν την υποχρέωση για διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με περιστατικά όπως τα προαναφερθέντα. Περιπτώσεις απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης διαπιστώνει συχνά σε υποθέσεις κρατουμένων ή φυλακισμένων το δικαστήριο , όπως στην υπόθεση M.S.S κατά Βελγίου και Ελλάδος. Το ΕΔΑΔ δεν διακρίνει μεταξύ των δύο όρων χρησιμοποιώντας τους ως ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα σε υποθέσεις κρατουμένων είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται ότι η τιμωρία επιφέρει εξευτελισμό ή πόνο του ατόμου φανερά δυσανάλογο προς τον σκοπό που εξυπηρετεί ένα θεμιτό είδος τιμωρίας ή μεταχείρισης. Με βάση τα ανωτέρω, το ΕΔΑΔ διέγνωσε την παραβίαση του άρθρου 3ΕΣΔΑ εκ μέρους του Ελληνικού Κράτους λόγω απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης του προσφεύγοντος.

Παρόμοια ρύθμιση που δεσμεύει το Ελληνικό Κράτος ως συμβαλλόμενο μέρος συναντάται και στο πεδίο του διεθνούς δικαίου, στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Στο άρθρο 7 καθίσταται σαφές ότι « Κανείς δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε ποινές ή μεταχειρίσεις σκληρές, απάνθρωπες ή εξευτελιστικές». Η εν λόγω διάταξη έχει ως στόχο την διαφύλαξη τόσο της αξιοπρέπειας του ατόμου όσο και την διασφάλιση της φυσικής και ψυχικής ακεραιότητας του. Διαφαίνεται επιπλέον το καθήκον του εκάστοτε κράτους να επιστρατεύει τα κατάλληλα μέτρα προς συμμόρφωση με το πνεύμα της διάταξης και προς προστασία του ατόμου αποτρέποντας τις απαγορευόμενες συμπεριφόρες του άρθρου 7. Πρόκειται και στην ρύθμιση αυτή για απόλυτο δικαίωμα υπό την έννοια που ήδη αναπτύχθηκε. Τα δύο άρθρα -αρ.3 ΕΣΔΑ και αρ.7 Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα- είναι φανερό ότι δεν επιδέχονται περιστολής , κατοχυρώνουν απόλυτα δικαιώματα και συμπλέουν ως προς τον τρόπο εφαρμογής και ερμηνείας τους.

Η υπόθεση M.S.S κατά Βελγίου και Ελλάδος αποτελεί ενδεικτική περίπτωση καταδίκης της Ελλάδος λόγω καταστρατήγησης του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Η ολιγωρία των ελληνικών εθνικών αρχών αναφορικά με την δημιουργία καταστημάτων κράτησης που θα διασφαλίζουν την αξιοπρεπή διαβίωση οδήγησε αναπόφευκτα σε παραβίαση των κανόνων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ενώ παράλληλα επιβάρυνε οικονομικά την χώρα καταδικάζοντας την σε αποζημιώσεις για ηθική βλάβη των θυμάτων και σε πληρωμή των λοιπών εξόδων των προσφευγόντων κρατουμένων. Έπειτα από σειρά καταδικών της, η χώρα οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της, να δράσει προληπτικά και να υπερασπιστεί εμπράκτως τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως εξάλλου επιτάσσει τόσο το διεθνές όσο και το ευρωπαϊκό δίκαιο.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ


• Π. Νάσκου-Περράκη, Δικαιώματα του Ανθρώπου - Παγκόσμια και Περιφερειακή Προστασία, Αθήνα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2η έκδ., 2019

• Jean-François Akandji-Kombe, “Positive obligations under the European Convention on Human Rights: A guide to the implementation of the European Convention on Human Rights”, Human rights handbooks, Ιανουάριος 2007, No. 7, σελ. 28-30

• UN Human Rights Committee (HRC), “CCPR General Comment No. 20: Article 7 (Prohibition of Torture, or Other Cruel, Inhuman or Degrading Treatment or Punishment)”, 10 March 1992, Διαθέσιμο στο: https://www.refworld.org/docid/453883fb0.html



244 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων