• Ιωάννα Μυλωνάκου

Υπόθεση Άιχμαν

📝Μία εισήγηση της Ιωάννας Μυλωνάκου, τριτοετούς φοιτήτριας της Νομικής Σχολής Αθηνών



Τα περιστατικά


Ο Άντολφ Άιχμαν διετέλεσε συνταγματάρχης των SS και επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο. Γεννηθείς το 1906 στη Γερμανία, πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Αυστρία. To 1932 έγινε μέλος του Αυστριακού τμήματος του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, και στη συνέχεια μέλος της SS. Λόγω των ικανοτήτων του και καθώς θεωρούσε μονότονα τα κατωτέρου βαθμού πόστα του, ανελίχθηκε, φθάνοντας το 1938 τον βαθμό του επικεφαλής στο ‘’Γραφείο Μετανάστευσης Εβραίων’’ στη Βιέννη με αρμοδιότητα την υπογραφή αδειών εξόδου Εβραίων από τη χώρα. Στην αρχή, η δικαιοδοσία του αφορούσε την Αυστρία, έπειτα, όμως, επεκτάθηκε στην Τσεχοσλοβακία και τέλος, σε όλη την επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ. Στη διάρκεια της 18μηνης θητείας του, 150.000 Εβραίοι εγκατέλειψαν την Αυστρία.


Έχοντας αποκτήσει εμπειρία από τα προηγούμενα καθήκοντα του, το 1939 διορίστηκε ως ειδικός σύμβουλος επί των ‘’εκκενώσεων’’ Εβραίων και Πολωνών από το Γ’ Ράιχ. Το Γραφείο του αποτέλεσε τον προθάλαμο για τις αναγκαστικές εκτοπίσεις Εβραίων με προορισμό τα στρατόπεδα εξόντωσης της υπό ναζιστική κατοχή Πολωνίας. Στα τέλη του 1939 ο Άιχμαν μετατέθηκε στο Γραφείο 4 της Γκεστάπο του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ, στη θέση του επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Β4 που ασχολείτο με τις εβραϊκές υποθέσεις και τις ‘’εθελοντικές μεταναστεύσεις’’. Μέχρι το τέλος του Πολέμου, το γραφείο του είχε τον έλεγχο της οργάνωσης της Τελικής Λύσης.

Η Τελική Λύση εκπληρώθηκε μέσω της δημιουργίας γκέτο σε μεγάλες πόλεις της κατεχόμενης Πολωνίας και της κατεχόμενης ζώνης της Σοβιετικής Ένωσης. Το καλοκαίρι του 1941 ξεκίνησαν οι μεταφορές των Εβραίων στα στρατόπεδα. Ο Άιχμαν ήταν υπεύθυνος για την οργάνωση τους και το Νοέμβριο του 1941 προήχθη στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη των SS. Το Νοέμβριο του 1942 συμμετείχε στη Διάσκεψη της Βάνζεε, όπου και σχεδιάστηκε η εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης.


Μετά το τέλος του πολέμου, προσπάθησε να διαφύγει μέσω της Ουγγαρίας στην Αυστρία, αλλά συνελήφθη από τους Αμερικάνους, οι οποίοι τον μετέφεραν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων μη υψηλής προστασίας. Αργότερα, κρύφτηκε στη Γερμανία. Στη Δίκη της Νυρεμβέργης μαρτυρίες και έγγραφα φανέρωσαν στο δικαστήριο το ρόλο του ως ηγετικής φυσιογνωμίας στο Ολοκαύτωμα.


Στο Ισραήλ ιδρύθηκε το ειδικό σώμα των ‘’εκδικητών’’ (στα εβραϊκά Nokmim), που είχε ως αποστολή τον εντοπισμό εγκληματιών πολέμου που, είτε δε συνελήφθησαν, είτε είχαν αλλάξει ταυτότητα και κρύβονταν. Στο μεταξύ, το 1950, ο Άιχμαν με τη συνδρομή της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού απέκτησε ιταλικό διαβατήριο με ψευδή προσωπικά στοιχεία και δίχως υπηκοότητα, ενώ του χορηγήθηκε βίζα με προορισμό την Αργεντινή.


Το 1959 η ισραηλινή μυστική υπηρεσία Μοσάντ ενημερώνεται για την ψεύτικη ταυτότητα και την παραμονή του Άιχμαν στην Αργεντινή. Έναν χρόνο μετά λαμβάνει χώρα η απαγωγή (10 Ιουνίου 1960) και στη συνέχεια η μεταφορά του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ.

Η νομιμότητα της σύλληψης


Η Αργεντινή προς διαμαρτυρία για την απαγωγή του Άιχμαν ζήτησε σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε.. Υπερασπίστηκε τη θέση ότι η απαγωγή του Άιχμαν από το έδαφος της ήταν παράνομη, διότι παραβιάστηκαν τα κυριαρχικά δικαιώματα της ως κράτους και με τον τρόπο αυτό, το κράτος του Ισραήλ παραβίασε το Χάρτη του Ο.Η.Ε.. [1]


Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, η εδαφική ακεραιότητα των κυρίαρχων κρατών είναι απαραβίαστη. Η εδαφική ακεραιότητα είναι συνέπεια της θεμελιώδους αρχής της κρατικής κυριαρχίας (Sovereignty) στο διεθνές εθιμικό δίκαιο. Η αρχή αυτή έχει το νόημα ότι ένα κράτος έχει γενική ικανότητα ελέγχου όλων των δραστηριοτήτων επί του εδάφους στο οποίο ασκεί κυριαρχία. Όπως ο διαιτητής Max Huber εξήγησε το 1928 στην υπόθεση του νησιού Πάλμας, η κρατική κυριαρχία στις σχέσεις μεταξύ κρατών σημαίνει ανεξαρτησία, δηλαδή το δικαίωμα άσκησης των εξουσιών από το κάθε κράτος εντός του εδάφους του, αποκλείοντας ξένα κράτη. [2] Ως αποτέλεσμα της αρχής της κρατικής κυριαρχίας και σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 4 και 8 των Άρθρων για την Ευθύνη των Κρατών από Διεθνώς Άδικες Ενέργειες (Responsibility of States for Internationally Wrongful Acts), αν ένα κράτος ενεργεί μέσω οργάνων ή ατόμων, των οποίων οι πράξεις καταλογίζονται στο ίδιο, μέσα στο έδαφος άλλου κράτους χωρίς τη συναίνεση ή τη συγκατάθεση του τελευταίου, διαπράττει παράβαση του Διεθνούς Δικαίου. Τα προαναφερθέντα άρθρα δεν έχουν λάβει καθεστώς διεθνούς σύμβασης, αλλά αποτελούν διεθνές εθιμικό δίκαιο, ενώ παράλληλα το κείμενο τους υιοθετήθηκε το 2001 από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου. Συγκεκριμένα, διά της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες για την ευθύνη των κρατών, η πράξη της απαγωγής δε θα ήταν αντίθετη στο Διεθνές Δίκαιο, παρά μόνο στην περίπτωση που οι κρατικές αρχές του Ισραήλ ενημέρωναν τις αρχές της Αργεντινής ή συνεργάζονταν με αυτές.


Προς επίρρωση των ανωτέρω, αν ο Άιχμαν είχε απαχθεί βίαια από εκπροσώπους του κράτους του Ισραήλ δίχως την άδεια της Αργεντινής, μία τέτοια πράξη θα συνιστούσε παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Αντίθετα, στην περίπτωση που ο Άιχμαν είχε απαχθεί βίαια από ιδιώτες που ενεργούσαν αυτόνομα, δηλαδή χωρίς προηγούμενη γνώση ή συναίνεση εκ μέρους της ισραηλινής κυβέρνησης, η δράση αυτών των ιδιωτών δεν καταλογίζεται στο κράτος του Ισραήλ, το οποίο δεν υπέχει διεθνή ευθύνη. Με άλλα λόγια, οι ιδιώτες αυτοί δεν εμπίπτουν στην έννοια του ιδιώτη ως οργάνου του κράτους, όπως αυτή ορίζεται από τα άρθρα 5 και 8 για την Ευθύνη των Κρατών από Διεθνώς Άδικες Ενέργειες.


Τη δεύτερη εκδοχή υποστήριξε η τότε Υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκόλντα Μέιρ, αναγνωρίζοντας την παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αργεντινής, για την οποία όμως δεν ευθύνεται το Ισραήλ, αλλά οι Ισραηλινοί πολίτες που τη διέπραξαν, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι κρατικοί υπάλληλοι. [3]


Καθώς τέλειωνε ο πόλεμος, η Αργεντινή είχε εκφράσει τη θέληση της να παραδώσει μέλη των δυνάμεων του Άξονα ή Ναζί που ενδέχεται να ζητούσαν άσυλο στο έδαφος της, για να δικαστούν. Η ανάληψη αυτής της υποχρέωσης που είχε ως αντάλλαγμα την απόκτηση της ιδιότητας μέλους στον Ο.Η.Ε., αν συναγάγουμε ότι εξακολουθούσε να ισχύει το 1948, κατά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, θα έπρεπε να είχε ως επακόλουθο την παράδοση του Άιχμαν. Εντούτοις, η Αργεντινή είχε ήδη συμφωνήσει ότι οι εγκληματίες πολέμου πρέπει να τιμωρούνται, αλλά η ποινική της νομοθεσία δεν περιείχε κανόνα που να επιβάλλει τη δίωξη του Άιχμαν για αδικήματα που διέπραξε πριν από τις 8 Μαΐου 1945, καθώς ο αργεντινός ποινικός κώδικας εφαρμόζεται σε αδικήματα που λαμβάνουν χώρα εντός του εδάφους της Αργεντινής. Ως εκ τούτου, για την τιμώρηση των αδικημάτων θεωρήθηκαν αρμόδια τα δικαστήρια του Ισραήλ, καθώς η σχετική νομοθεσία τούς επέτρεπε να τιμωρούν εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε εχθρική χώρα. Μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ισραηλινού νόμου για την τιμώρηση των Ναζί και των συνεργατών τους (Nazis and Nazi Collaborators -punishment- Law, εφεξής NNCL), ο Υπουργός Δικαιοσύνης του Ισραήλ είναι αρμόδιος για την εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου, στον οποίο προβλέπεται η επιβολή συγκεκριμένων ποινών σε όσους τέλεσαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και κατά του έθνους του Ισραήλ κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Ακόμα, ο νόμος αυτός είναι μοναδικός, γιατί, όπως αναφέρει, η εφαρμογή του είναι αναδρομική και εξω-εδαφική.


Όμως, είναι γεγονός ότι η Αργεντινή επέμενε ότι η απαγωγή του Άιχμαν συνιστούσε παράβαση κανόνων Διεθνούς Δικαίου και απαιτούσε προκειμένου να αποκατασταθεί η ζημία, την επιστροφή του Άιχμαν στο έδαφος της. Έτσι, προτίμησε να ζητήσει τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας, αντί να προβεί σε μελλοντικά -πιθανόν- άκαρπες διμερείς διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ. Μετά από τις συζητήσεις, εκδόθηκε το ψήφισμα της 23ης Ιουνίου 1960 [138 (1960)], του οποίου το διατακτικό αναφερόταν σε κατάλληλη επανόρθωση από το Ισραηλινό κράτος, χωρίς συγκεκριμένη αναφορά ως προς το τι θα συνιστούσε ‘’κατάλληλη’’ επανόρθωση, ενώ, παράλληλα, ζητούσε δίκη για τον Άιχμαν. [4]


Επομένως, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η απαγωγή του Άιχμαν από το έδαφος της Αργεντινής διαπράχθηκε από εκπροσώπους του κράτους του Ισραήλ και άρα είναι πράξη αντίθετη στο Διεθνές Δίκαιο, καταλογιστέα στο Ισραήλ, η δίκη του Άιχμαν διεξήχθη νόμιμα, αφού έγινε στο Ισραήλ, όπως προβλεπόταν από την ισραηλινή νομοθεσία.


Η δίκη


Ο Άιχμαν κατηγορήθηκε για δεκαπέντε αδικήματα, μεταξύ των οποίων εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα κατά των Εβραίων και συμμετοχή σε παράνομη οργάνωση.


Σύμφωνα με ισραηλινό ποινικό νόμο, ο Άιχμαν δικάστηκε από τριμελές Δικαστήριο συγκροτημένο από τον πρόεδρο, Μοσέ Λάνταου, και από τα δύο μέλη, Βενιαμίν Χαλεβί και Γιτζάν Ραβέχ. Δημόσιος κατήγορος ήταν ο Γκίντεον Χάουσνερ, ενώ την υπεράσπιση του Άιχμαν ανέλαβε ο Γερμανός δικηγόρος Ρόμπερτ Σερβάτιους.


Η δίκη άρχισε στις 11 Απριλίου του 1961. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος βρισκόταν έγκλειστος σε ένα ειδικά κατασκευασμένο γυάλινο αλεξίσφαιρο κουβούκλιο ως μέτρο ασφαλείας προς αποφυγήν τυχόν δολοφονικών επιθέσεων από Ισραηλινούς πολίτες, αλλά και πρώην Ναζί, για να τον εμποδίσουν από την αποκάλυψη μυστικών των ίδιων.


Πριν από τη δίκη, ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, Σερβάτιους, άσκησε ένσταση για υπόνοιες μεροληψίας από τη σύνθεση του δικαστηρίου, προβάλλοντας τον εξής προβληματισμό: ‘’κατά πόσον θα μπορούσαν Εβραίοι δικαστές να κρίνουν αντικειμενικά τον κατηγορούμενο για μία υπόθεση, της οποίας το κατηγορητήριο συμπεριλάμβανε εγκλήματα κατά των Εβραίων’’. Η ένσταση απορρίφθηκε με αιτιολογία που δόθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, Λαντάου, ότι δηλαδή ‘’μολονότι η μνήμη των θανατώσεων αναστατώνει κάθε Εβραίο, είναι επίσης αληθές ότι είναι καθήκον μας να απονέμουμε δικαιοσύνη βάσει των αποδείξεων που γίνονται αποδεκτές εδώ (στο δικαστήριο)’’. Επιπλέον, σύμφωνα με τα λεγόμενα των δικαστών, η δίκη ‘’δε θα αποτελούσε forum για εξακρίβωση ζητημάτων μεγάλης σημασίας’’. Για τον λόγο αυτό, δεν καταγράφηκαν στα πρακτικά θέματα γενικότερης σημασίας, όπως ο αντισημιτισμός ή η παροχή βοήθειας ή μη στην διεκπεραίωση της Τελικής Λύσης, αλλά αντίθετα, το δικαστήριο απασχόλησε αποκλειστικά η ευθύνη του Άιχμαν για τις πράξεις του και η εμπλοκή του στα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται.


Επιπρόσθετα, ο Σερβάτιους προέβαλε ενστάσεις ως προς τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Αρχικά, εξέφρασε ότι οι ισχυριζόμενες εγκληματικές ενέργειες του Άιχμαν έλαβαν χώρα πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ σε ξένο έδαφος και κατά προσώπων που δεν ήταν, κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, ισραηλινοί υπήκοοι. Ακόμα, υποστήριξε ότι οι διαδικασίες παραπομπής του κατηγορουμένου στη δίκη ήταν άδικες, διότι ο Άιχμαν απήχθη από τη χώρα διαμονής του χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας έκδοσης του. Όπως, όμως, αναφέρθηκε παραπάνω, ο νόμος NNCL εφαρμόζεται για εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της ύπαρξης του ναζιστικού καθεστώτος ή κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (αναδρομικότητα του νόμου) σε εχθρική χώρα (εξωεδαφικότητα).


Αναφορικά με την ένσταση για τη δικαιοδοσία, ο δικαστής Λαντάου δήλωσε ότι ‘’η δικαιοδοσία του δικαστηρίου… βασίζεται στον ισραηλινό νόμο’’. Δηλαδή, το δικαστήριο εφάρμοσε άμεσα το νόμο NNCL και σε αντίθεση με δικαστήρια άλλων κρατών, δεν είχε την αρμοδιότητα να ελέγξει παρεμπιπτόντως τη συνταγματικότητα του νόμου. Επιπλέον, ο δικαστής Χαλεβί υποστήριξε ότι οι ενστάσεις του Σερβάτιους ‘’δεν είχαν αξία, καθώς οι Ναζί γνώριζαν ότι διέπρατταν εγκλήματα και αυτό αποδεικνύεται από την προσπάθεια τους να καλύψουν τα ίχνη τους’’. Ακόμα, ‘’η δικαιοδοσία του δικαστηρίου βασίζεται και στο Διεθνές Δίκαιο λόγω του οικουμενικού χαρακτήρα των διαπραχθέντων εγκλημάτων, που δίνει σε κάθε κράτος το δικαίωμα να τα δικάσει και να τα τιμωρήσει’’.


Σε απάντηση της ένστασης αναφορικά με την υπηκοότητα των θυμάτων, το δικαστήριο ανέφερε ότι συνιστά ηθικό καθήκον και φυσικό δικαίωμα κάθε κυρίαρχου κράτους η επιβολή κυρώσεων κατά εγκλημάτων που παραβιάζουν το Νόμο των Εθνών (Law of Nations), εμμένοντας στον οικουμενικό χαρακτήρα των εγκλημάτων. Το δικαστήριο συνέχισε, προσθέτοντας ότι είναι αισθητός ο δεσμός ανάμεσα στο κράτος του Ισραήλ, που δημιουργήθηκε και αναγνωρίστηκε ως ‘’εβραϊκό κράτος’’, και στους Εβραίους.


Στη διαδικασία στο ακροατήριο, η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι οι πράξεις του κατηγορουμένου πρέπει να καταλογιστούν στο Γερμανικό κράτος ως πράξη του κράτους (act of state) αντί στον ίδιον, επειδή διατελούσε καθήκοντα κρατικού λειτουργού. Το δικαστήριο αρνήθηκε τον ισχυρισμό αυτό, βασιζόμενο στη νομολογία που παρήχθη από το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο της Δίκης της Νυρεμβέργης, το οποίο απέρριψε ομοφώνως τον αντίστοιχο ισχυρισμό. Αναλυτικότερα, απεφάνθη ότι ‘’το γεγονός ότι ένα πρόσωπο τέλεσε μία πράξη που θεωρείται έγκλημα στο διεθνές δίκαιο, ενώ ήταν εν ενεργεία αρχηγός κράτους ή αρμόδιος κρατικός λειτουργός, δεν τον απαλλάσσει από ευθύνη, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο’’.


Επιπλέον, ο Άιχμαν ισχυρίστηκε ότι ενεργούσε υπακούοντας σε εντολές των ανωτέρων του. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε ότι η ανατροφή του είχε ως συνέπεια να θεωρεί την τυφλή υπακοή ως υπέρτατο καθήκον. Όμως, αρκετά έγγραφα που εισήχθησαν ως αποδεικτικά στοιχεία φανέρωσαν ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για την απέλαση πολλών Εβραίων. Το δικαστήριο δήλωσε ότι ‘’ο νόμος δε δέχεται τέτοια δικαιολογία και ότι ο κατηγορούμενος δε μπορεί να απαλλαχθεί από την ευθύνη του για εγκλήματα που τέλεσε, ακόμη και αν υπάκουε σε εντολές αρχών. O Άιχμαν δεν έδειξε ποτέ έλεος για τα θύματα. Αντίθετα, ήταν ένας ένθερμος εκτελεστής, φανατικός Ναζί, βαθιά πεπεισμένος ότι εκπλήρωνε μία σημαντική εθνική αποστολή. Αλλά, απλώς η τυφλή υπακοή δε θα ήταν αρκετή. Τα κύρια πόστα απαιτούν πολλή πρωτοβουλία, σκέψη και ικανότητα οργάνωσης.’’


Κατά την αποδεικτική διαδικασία, περισσότεροι από 100 επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος κατέθεσαν τις ιστορίες τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως μάρτυρες. [5]


Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 14 Αυγούστου του 1961. Στις 11 Δεκεμβρίου 1961 το δικαστήριο κήρυξε τον Άιχμαν ένοχο για όλες τις κατηγορίες. Η ποινή που του απονεμήθηκε ήταν θανατική καταδίκη με απαγχονισμό. Μετά από άσκηση έφεσης, δικάστηκε σε δεύτερο βαθμό από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, το οποίο δε μετέβαλε την ποινή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μετά από την καταδίκη, ο ίδιος απηύθυνε αίτηση χάριτος στον τότε εν ενεργεία Πρόεδρο του Ισραήλ, Γιτζάκ Μπεν-Ζβι, η οποία τελικά απορρίφθηκε.

[1] Thomas J. Hamiltonspecial, Argentina takes Nazi case to U.N.; Israel Is Accused -- Security Council Meets Wednesday, Page 1, New York Times, June 16, 1960

[2] Island of Palmas case (Netherlands, USA), II RIAA 829, 1928, 831

[3] Golda Meir Meets with Argentine Envoy at U.N. on Eichmann Case, Jewish Telegraphic Agency, June 15, 1960

[4] Security Council Rejects Demand for Return of Eichmann to Argentina, Jewish Telegraphic Agency, June 24, 1960

[5] "Photographs Of Witnesses In The Eichmann Trial In Jerusalem, 1960-61", Yadvashem.Org



Βιβλιογραφία


1. S. Liskofsky, ‘The Eichmann Case’, American Jewish Yearbook, Philadelphia, 1961

2. Michael J. Bazyler, and Julia Y. Scheppach, "The Strange And Curious History Of The Law Used To Prosecute Adolf Eichmann", Article 7, Volume 34, Loyola Of Los Angeles International And Comparative Law Review, Spring 2012

3. Adolf Eichmann, The Trial of Eichmann: Record of Proceedings in the District Course of Jerusalem, 1960

4. P. Rassinier, 'The Eichmann Trial or the Incorrigible Victors', Institute for Historical Review, California, 2002

5. Πηγή φωτογραφίας: www.britannica.com

75 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων