• Δήμητρα Καπρούλια

Υπόθεση Repubblika: Η αποτελεσματική δικαστική προστασία κατά το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έγινε ενημέρωση: 28 Μαρ


📝 Άρθρο της Δήμητρας Καπρούλια, τελειόφοιτης της Νομικής ΕΚΠΑ


Η ανάγκη προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου στο πλαίσιο της δράσης των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σε επίπεδο κρατών, κατέστη ήδη από το 1969 επιτακτική, όταν το Δικαστήριο των Ευρωπαικών Κοινοτήτων (νυν ΔΕΕ) αναζήτησε στην υπόθεση Stauder τη νομική βάση, ώστε να θεμελιώσει την προστασία των εν λόγω δικαιωμάτων. Όπως τόνισε στην ως άνω απόφαση του, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων συνιστά γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου, η οποία συμπορεύεται με τις αρχές και αξίες του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (εφεξής ΧΘΔΕΕ), δεσμευτικό κείμενο ίσου νομικού κύρους με τις Συνθήκες. To Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ) έχει προβεί σε μία διασταλτική ερμηνεία των περισσότερων άρθρων του ΧΘΔ, κρίνοντας πως οι διατάξεις του δεσμεύουν όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης κατά τρόπο ευρύ, οποτεδήποτε αυτά δρουν σε τομέα, όπου υφίσταται ρύθμιση ενωσιακού δικαίου[1].


Η πραγματική (και όχι απλώς θεωρητική) απόλαυση των δικαιωμάτων, που απονέμονται δια του Χάρτη, προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα του εκάστοτε προσώπου, επί προσβολής του δικαιώματός του, να αποζητήσει και να επιτύχει επαρκή και αποτελεσματική δικαστική προστασία. Εξ αυτού του λόγου προβλέφθηκε στο Χάρτη το άρθρο 47 και στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΣΕΕ) το άρθρο 19 παράγραφος 1, δύο άρθρα, η διάδραση των οποίων εξασφαλίζει πραγματική δικαστική προστασία στο πλαίσιο της Ένωσης. Το άρθρο 47 του Χάρτη συνίσταται στη θέσπιση του δικαιώματος πραγματικής δικαστικής προσφυγής κάθε πολίτη, που επικαλείται δικαίωμα, αντλούμενο από το ενωσιακό δίκαιο, ενώ το άρθρο 19 παράγραφος 1, εδάφιο δεύτερο, απευθύνει στα κράτη την υποχρέωση να προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα, που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Όπως αναφέρεται και στα σχετικά εγχειρίδια της Ένωσης, η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη του εκάστοτε θιγόμενου προσώπου συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο του κράτους δικαίου[2] και συνάδει με τις αρχές των κρατών μελών της Ένωσης, που θεωρείται ότι ασπάζονται κοινές αξίες και αρχές ως προς το σεβασμό των δικαιωμάτων των προσώπων. Εκεί ακριβώς στηρίζεται και ο διαχωρισμός των κρατικών λειτουργιών και δη η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας από την εκτελεστική και τη νομοθετική.


Βασικοί στόχοι αναφορικά με την πολιτική της Ένωσης για την αποτελεσματική δικαστική προστασία συνιστούν κυρίως η ποιότητα των συστημάτων απονομής δικαιοσύνης των κρατών μελών και η ανεξαρτησία των δικαστηρίων, τόσο σε επίπεδο κρατών, όσο και σε επίπεδο της Ένωσης. Τόσο οι Συνθήκες, όσο και ο Χάρτης, περιλαμβάνουν πλήθος διατάξεων, που ελέγχονται από το Δικαστήριο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους από τα κράτη μέλη. Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα έγκαιρης επίλυσης των διαφορών, το δικαίωμα σε προσήκουσα έννομη προστασία, μα κυρίως η δικαστική αμεροληψία και αντικειμενικότητα συνιστούν βασικούς πυλώνες του ενωσιακού οικοδομήματος. Τόσο το άρθρο 47 του Χάρτη, όσο και το άρθρο 19 της ΣΕΕ στηρίζονται στην έννοια της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Το ΔΕΕ έχει ερμηνεύσει την άγραφη αυτή αρχή στο πλαίσιο υποθέσεων, που αφορούν τομείς όπως η ενιαία αγορά, η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις (δια του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης) και το άσυλο. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη συνίσταται στην παραδοχή, πως κάθε κράτος μέλος ασπάζεται τις ίδιες αξίες, αρχές και αντιλήψεις, που συγκροτούν και διατηρούν ενωμένο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Στηρίζεται στην κοινή, δημοκρατική πορεία των κρατών μελών και το σεβασμό προς τις αρχές του κράτους δικαίου.


Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ[3], τα άρθρα 19 ΣΕΕ και 47 ΧΘΔ συνιστούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, το μεν 19 ΣΕΕ εγκαθιδρύει και εξαγγέλλει την υποχρέωση περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από τα κράτη, το δε 47 ΧΘΔ κατοχυρώνει το δικαίωμα, που στηρίζεται στην ανωτέρω -κατά άρθρο 19 ΣΕΕ- υποχρέωση των κρατών[4]. Το ερώτημα που γεννάται, ωστόσο, αφορά τα όρια δράσης της Ένωσης (και κατ΄ επέκταση τα όρια της ερμηνείας του ΔΕΕ) αναφορικά με την έννοια της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όταν τίθεται ζήτημα ανάμειξης της εκτελεστικής εξουσίας στη δικαστική, κατά τρόπο που να γεννάται προβληματισμός ως προς την τήρηση των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου. Απόφαση – ορόσημο, που έθεσε και σαφή όρια στην ερμηνεία των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47 ΧΘΔ συνιστά η απόφαση Repubblika της 20ής Απριλίου 2021, που αφορούσε προδικαστική παραπομπή πολιτικού δικαστηρίου της Μάλτας, δικάζοντος ως Συνταγματικό Δικαστήριο, σχετικά με τη συμβατότητα του μαλτέζικου συστήματος διορισμού των δικαστών ως προς το δίκαιο της Ένωσης[5].


Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, η ένωση Repubblika, λειτουργούσα στη Μάλτα, με σκοπό την προώθηση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της έμπρακτης εφαρμογής των αρχών του κράτους δικαίου, άσκησε αγωγή στο ως άνω δικαστήριο της Μάλτας, με σκοπό την προσβολή της διαδικασίας διορισμού, το 2019, των Μαλτέζων δικαστών κατά τις -από το 1968- ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις. Το Σύνταγμα του εν λόγω κράτους παρέχει τη δυνατότητα στον Πρωθυπουργό να υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πρόταση σχετικά με το διορισμό υποψηφίου σε αυτή τη διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση προβλέπεται, πως οι υποψήφιοι οφείλουν να τηρούν ορισμένες, προβλεπόμενες από το Σύνταγμα, προϋποθέσεις, ενώ αξίζει να αναφερθεί, πως με την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2016, προβλέφθηκε επιπρόσθετα η σύσταση Επιτροπής, που ελέγχει την πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών και την αξιολόγηση των υποψηφίων. Ενόψει της διαφοράς που προέκυψε, το ΔΕΕ κλήθηκε να απαντήσει αναφορικά με τα όρια εφαρμογής των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47 ΧΘΔ, υπό το πρίσμα της ανάγκης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως συναρτάται με την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.


Το Δικαστήριο έκρινε, πως δεν αντιβαίνουν, εν τέλει, στο δίκαιο της Ένωσης οι διατάξεις του δικαίου της Μάλτας, που παρέχουν στον Πρωθυπουργό την εξουσία να επεμβαίνει στη διαδικασία διορισμού των δικαστών, ειδικά εφόσον προβλέπεται ταυτόχρονα η ύπαρξη και λειτουργία ανεξάρτητης αρχής, η οποία ακριβώς είναι αρμόδια να αξιολογεί τους υποψηφίους. Το Δικαστήριο, επί τη βάσει των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47 ΧΘΔ, κατέστρωσε το συλλογισμό του, εκκινώντας από μία σύντομη ερμηνεία των ως άνω άρθρων, αναλύοντας τη σχέση τους, τονίζοντας, πως το 47 ΧΘΔ συνιστά εν προκειμένω βοηθητικό εργαλείο για την ερμηνεία του 19 ΣΕΕ. Αναγνώρισε την αξία τους για την εύρυθμη λειτουργία της ενωσιακής έννομης τάξης και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του Χάρτη εν γένει, τονίζοντας την ανάγκη κάθε πολίτης να εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη και να μην έχει αμφιβολίες ως προς το ανεπηρέαστο και το ανεξάρτητο του ρόλου τους. Παράλληλα ερμήνευσε την πρόβλεψη περί σύστασης Επιτροπής Αξιολόγησης των υποψηφίων ως ένα πρόσθετο μέτρο θωράκισης της δικαστικής ανεξαρτησίας, πέραν των συνταγματικά προβλεπόμενων προϋποθέσεων που τίθενται.


Το Δικαστήριο καθόρισε τα όρια ερμηνείας των εν λόγω άρθρων, επί τη βάσει του άρθρου 2 ΣΕΕ, που αναφέρεται στην οικειοθελή προσχώρηση και τις κοινές αξίες των κρατών μελών. Τόνισε, όμως, παράλληλα, πως μεταβολές στις εθνικές διατάξεις των κρατών μελών είναι δυνατό να παρέχουν υψηλότερο προστατευτικό επίπεδο από τις ενωσιακές διατάξεις, καταλείποντας στα κράτη την ευχέρεια να διαμορφώνουν το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, σεβόμενο τις ιδιαιτερότητες και ιστορικές διαφορές των κρατών. Η εν λόγω ερμηνεία της έννοιας της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας αναδεικνύει την ελευθερία που αφήνει στα κράτη η Ένωση, να θεσπίσουν διαφορετικές, μα συνάμα κοινές ως προς το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, διατάξεις, με το Δικαστήριο να είναι στη διάθεση των κρατών μελών, ώστε να επιλύει προβληματισμούς των εθνικών αρχών, αλλά και να εποπτεύει την τήρηση των υποχρεώσεων των κρατών.


Εκ της ως άνω ανάλυσης καθίσταται σαφές, πως το Δικαστήριο, σεβόμενο τις εξουσίες, που ανάγονται στο σκληρό πυρήνα των κρατών μελών της Ένωσης, υιοθετεί μία ήπια και μετριοπαθή στάση απέναντι σε εθνικές ρυθμίσεις, αφορώσες τη διάκριση των τριών λειτουργιών του εκάστοτε κράτους μέλους. Έτσι ο έλεγχος του περιορίζεται σε ζητήματα εκπλήρωσης και σεβασμού των ελάχιστων ενωσιακών υποχρεώσεων, τις οποίες ανέλαβε με την προσχώρησή του στην Ένωση κάθε κράτος και δεν υπεισέρχεται σε αμιγώς “συνταγματικά” ζητήματα. Άλλωστε, ουδόλως είναι τυχαίο το γεγονός, πως στη Συνθήκη για την λειτουργία της Ένωσης (ΣΛΕΕ), αλλά και τη Συνθήκη για την Ένωση (ΣΕΕ), δεν περιλαμβάνονται διατάξεις, που εγκαθιδρύουν υποχρεώσεις των κρατών μελών αναφορικά με καίρια, εσωτερικής, κρατικής φύσεως θέματα. Δεν ελλείπουν, ωστόσο, αναφορές της θεωρίας, που επισημαίνουν, πως η Ένωση - και δη το Δικαστήριο- οφείλει να εξετάζει περαιτέρω, επί τη βάσει των γενικών αρχών, που διέπουν τη λειτουργία της, ζητήματα που ανάγονται και στην ορθή λειτουργία της δικαστικής εξουσίας του εκάστοτε κράτους μέλους, ακόμη και αν άπτονται του σκληρού πυρήνα του κράτους,


Η αντίληψη αυτή προσιδιάζει στην πρόταση, που είχε τεθεί σε προηγούμενες δεκαετίες, περί της δημιουργίας μίας ενιαίας, συνταγματικής ευρωπαϊκής έννομης τάξης, η οποία και θα είχε λόγο ακόμη και για ζητήματα, που η σύγχρονη θεωρία αποκλείει από τις αρμοδιότητες της Ένωσης. Το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία του, αντιτίθεται σε αυτή τη θεωρητική άποψη, τονίζοντας επανειλημμένα την ανάγκη εναρμόνισης με τις ενωσιακές αρχές και αποκλείοντας επεμβάσεις σε τομείς, όπου η Ένωση δεν έχει αποκλειστική ή συντρέχουσα αρμοδιότητα. Ούτε, όμως, τα περισσότερα κράτη μέλη διάκεινται καλώς απέναντι σε μία τέτοια ιδέα, ενώ μία σημαντική μειοψηφία εξ αυτών προσαρμόζεται δυσχερώς στις απαιτήσεις της Ένωσης την τελευταία δεκαετία, υιοθετώντας ευρωσκεπτικιστικές αντιλήψεις. Ως εκ τούτου, δε διαφαίνεται συντόμως μία μεταστροφή του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση, ειδικά ενόψει των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων στην Ευρώπη.



Βιβλιογραφία:

1) Χριστιανός Β., Παπαδοπούλου Ρ.Ε., Περάκης Μ., Εισαγωγή στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020

2) Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και το Συμβούλιο της Ευρώπης, Εγχειρίδιο σχετικά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη , 2016, https://www.echr.coe.int/

3) Πρεβεδούρου Ευγενία, Η σχέση των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, 2019, https://www.prevedourou.gr/

4) http://www.curia.europe.eu/

5) Πηγή φωτογραφίας: The New York Times



[1] Χριστιανός Β., Παπαδοπούλου Ρ.Ε., Περάκης Μ., Εισαγωγή στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020, σελ. 37 [2] Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. και το Συμβούλιο της Ευρώπης, Εγχειρίδιο σχετικά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για την πρόσβαση στη δικαιοσύνη , 2016, διαθέσιμο εδώ [3] ΔΕΕ C-619/18 [4] Πρεβεδούρου Ευγενία, Η σχέση των άρθρων 19 ΣΕΕ και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, 2019, διαθέσιμο εδώ [5] Πρόκειται για την C-896/19, διαθέσιμη εδώ

52 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων